Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018

ΕΝΑΣ ΧΥΔΑΙΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

                                                        Untitled by Thomas Woodruff

Προτιμούσε να πιστεύουν γι' αυτόν πως ήταν αντικοινωνικός, παράξενος, ακόμα και μισάνθρωπος παρά να ξέρουν την αλήθεια.
Ζούσε απομονωμένος στο σπίτι του και έβγαινε μόνο για τα απαραίτητα: ψώνια, δοσοληψίες με υπηρεσίες, μια σύντομη βόλτα στο βουνό.
Βγήκε νωρίς στη σύνταξη, από ανάγκη, όχι από επιλογή. Δεν γινόταν διαφορετικά.
Από όταν αποσύρθηκε από την κοινωνική ζωή δεν είχε παρευρεθεί σε καμία εκδήλωση των πρώην συναδέλφων, έσκιζε τα προσκλητήρια γάμου όταν πάντρευαν τα παιδιά τους οι παλιοί γνώριμοι και δεν απαντούσε στα τηλεφωνήματα σε χρονιάρες μέρες ή την μέρα της γιορτής του.
Ο κόσμος άρχισε να πιστεύει πως ήταν αναίσθητος ή ακόμα και άκαρδος, έλεγαν πως η ανθρωπιά του έκανε φτερά από όταν βγήκε στην σύνταξη και πως τη θέση της πήρε μια παράξενη και σκοτεινή απομόνωση.
Συχνά πυκνά αυτοί που θυμόταν ακόμα την ύπαρξή του έλεγαν πως ίσως γερνούσε και παραξένευε χρόνο με το χρόνο αλλά και πως άλλαξε πολύ από τότε που έκαναν παρέα, πως δεν τον θυμόταν έτσι άξεστο και άλλα τέτοια κουβέντιαζαν πίσω από την πλάτη του.
Στον ίδιο, κατάματα, δεν τολμούσαν να πουν κάτι, άλλωστε με κανέναν δεν είχε κρατήσει τόσο στενές επαφές.
Οι συγγενείς, πρώτου βαθμού δεν είχε, τον ξέχασαν κι αυτοί με τον καιρό και τα χρόνια περνούσαν το ένα μετά το άλλο μέσα στην απομόνωση και τη μοναξιά.
Η κατοικία του βρισκόταν σε μία από τις ελάχιστες εκτάσεις της πόλης που δεν κατάφεραν να γίνουν οικόπεδο και είχε μετατρέψει το κτήμα του σε παράδεισο δέντρων, λουλουδιών και μυριστικών. Ένα μυρωδάτο και πολύχρωμο μωσαϊκό που θα το ζήλευε ακόμα κι ένας επαγγελματίας διακοσμητής εξωτερικών χώρων.
Μέσα στο σπίτι υπήρχαν βιβλιοθήκες, παλιά ξύλινα έπιπλα και χοντροί τοίχοι που άφηναν τους θορύβους του πολιτισμού έξω απ' αυτό.
Η τεχνολογία έλειπε παντελώς από όλα τα δωμάτια.
Ούτε τηλεόραση, ούτε ραδιόφωνο, ούτε καν τηλέφωνο δεν υπήρχε πουθενά μέσα στο σπίτι. Καμία χυδαία εισβολή της κοινωνίας που αρεσκόταν να κοιτά μέσα από ξένες κλειδαρότρυπες
Μέρα νύχτα στο σπίτι ακουγόταν μουσική, τις περισσότερες φορές κλασσική.
Δεν ήταν από πάντα μισάνθρωπος, ούτε είχε σκεφτεί ποτέ τον εαυτό του να ζει ολομόναχος και απομονωμένος.
Κάποτε ήταν κι αυτός ένας φυσιολογικός σύγχρονος άνθρωπος, όσο φυσιολογικός μπορεί να είναι ένας άνθρωπος που ζει σε μια ταραγμένη και θορυβώδη μεγαλούπολη.
Ένα πρωί ξύπνησε και αποφάσισε πως αυτός ο κόσμος ήταν πολύ χυδαίος και πως δεν μπορούσε άλλο να τον ανεχτεί. Ζήτησε, τηλεφωνικά, άδεια άνευ αποδοχών και την επόμενη κι όλας μέρα ξεκίνησε τις απαραίτητες διαδικασίες για να βγει πρόωρα στη σύνταξη.
Έκτοτε αποσύρθηκε στο σπίτι του. Η έγνοια του από δω και πέρα ήταν τα ζιζάνια στον κήπο και οι ήρωες των βιβλίων που τον συντρόφευαν.
Είχε γράψει και εκείνος ένα μυθιστόρημα. Το ένα και μοναδικό χειρόγραφο το είχε παραδώσει στον πληρεξούσιο δικηγόρο του με την παράκληση να το εκδόσει είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του.
Στο βιβλίο μιλούσε για έναν άνδρα που διαγνώστηκε με μία πολύ σπάνια αρρώστια η οποία σταδιακά οδηγούσε στην τρέλα ή ακόμα και την αυτοκτονία.
Το παράξενο ήταν πως δεν είχε κανένα σωματικό σύμπτωμα αυτή η ύπουλη ασθένεια
ή κάποιο εμφανές χαρακτηριστικό.
Ο ασθενής νοσούσε καθημερινά σε συναισθηματικό επίπεδο και όταν οι κρίσεις ήταν έντονες γινόταν και αβάστακτα επώδυνες.
Το παράξενο αυτό αυτοάνοσο καθιστούσε τον ασθενή ευάλωτο στον πόνο των ανθρώπων. Για την ακρίβεια γινόταν μια ανθρώπινη χοάνη που ρουφούσε σαν μαγνήτης τον ψυχικό πόνο όποιου ανθρώπου στεκόταν απέναντι και τον κοιτούσε στα μάτια.

Μαρία Φουσταλιεράκη 11-12-2018

ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕ ΤΙΣ ΣΤΟΛΕΣ

                                                                                    Andrey Remnev


Οι άνθρωποι με τις στολές μόλις είχαν φύγει από το δωμάτιο. Έμεινα εγώ, μόνη, να κοιτάζω το ταλαιπωρημένο μου κορμί από ψηλά. Μου φαινόταν παράξενο που δεν πονούσα πια. Ο βόμβος των μηχανημάτων είχε σωπάσει. Τις ελάχιστες στιγμές που ο πόνος καταλάγιαζε στα σωθικά μου, ο οξύς τους ήχος με ενοχλούσε. Κόντευε να με τρελάνει μερικές φορές.
Ήρθε η ίδια νοσοκόμα που μου σκούπισε στο τέλος το στόμα. Στάθηκε στην πόρτα και με ένα νεύμα έδειξε προς το μέρος μου.
Η ηρεμία πριν την τρικυμία. Είχε έρθει η οικογένειά μου. Με διστακτικά βήματα πλησίασε ο γιος μου στο κρεβάτι. Βουβός. Κοίταξε αμίλητος το άψυχο κορμί και ύστερα χάιδεψε ελαφρά το μάγουλό μου. Βρισκόταν σε κατάσταση σοκ. Το ήξερα καλά το παιδί μου. Τα χαρακτηριστικά τού προσώπου του ήταν αλλοιωμένα. Πονούσε πολύ. Έσφιγγε τα χείλη του και κρατούσε συνέχεια σε κλειστή γροθιά τα χέρια του. Αυτό σήμαινε πως ήταν θυμωμένος.
Εγώ, κολλημένη ανάσκελα στο ταβάνι, παρακολουθούσα τα πάντα χωρίς να νιώθω τίποτα. Ίσως όταν πεθαίνουν οι άνθρωποι, να πεθαίνουν και τα συναισθήματα μαζί τους. Δεν ξέρω. Ξέρω όμως σίγουρα πως ο γιος μου ήταν θυμωμένος με μένα. Πιθανόν το σοκ που υπέστη όταν του τηλεφώνησαν από τη μονάδα εντατικής για να του αναγγείλουν πως τελείωσα, να ήταν ισχυρότερο από το θυμό επειδή τον άφησα μόνο του στη ζωή.
Τις τελευταίες εβδομάδες αρνούνταν να πιστέψει πως το τέλος ερχόταν και μάλιστα καλπάζοντας. Αντιθέτως, πίστευε πως θα ζούσα, αν όχι πολλά χρόνια ακόμα, έστω μερικούς μήνες.
Έκλεινε τ' αυτιά όταν όλοι γύρω του τον προετοίμαζαν για το αντίθετο. Ούτε και εγώ πρόλαβα να μιλήσω στο παιδί μου για το τέλος, να τον προετοιμάσω πως έρχεται σύντομα. Η αρρώστια με βρήκε νέα, απροετοίμαστη και άοπλη από άποψη χρόνου.
Σε λίγο μπήκε στο δωμάτιο η κόρη μου. Κοίταξε πρώτα το σώμα μου και μετά τον αδερφό της που στεκόταν σαν στήλη άλατος μπροστά μου. Τον αγκάλιασε σφιχτά από πίσω και τον τράβηξε στην αγκαλιά της. Εκείνος, θαρρείς και ξύπνησε απότομα από βαθύ λήθαργο, την αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει.
Κλάψε, του έλεγε, καθώς τον χάιδευε τρυφερά στην πλάτη. Με το ένα χέρι παρηγορούσε τον αδερφό της και με το άλλο, όσο έφτανε, χάιδευε τα μαλλιά μου. Επιτέλους έπαψες να πονάς, έλεγε τρυφερά, με ερεθισμένα μάτια. Σίγουρα είχε κλάψει. Το ξέρω καλά το παιδί μου. Είχε κλάψει νωρίτερα για να είναι δυνατή τώρα που έπρεπε να στηρίξει τον αδερφό της.
Δεν έμεινα παραπάνω στο δωμάτιο. Είχα κάνει το χρέος μου. Πέταξα ανάλαφρη μακριά ξέροντας πως τα παιδιά μου θα τα κατάφερναν μια χαρά χωρίς εμένα. Μια ολόκληρη ζωή τα εκπαίδευα, ως όφειλα, γι' αυτή τη συγκεκριμένη άχαρη στιγμή.

Μαρία Φουσταλιεράκη 8-12-2018

ΓΕΡΟ ΔΟΝ ΖΟΥΑΝ

                                                       La Pedicura - Walter Bondy - 1909


Ο χώρος φωτιζόταν μονάχα από μια μικρή απλίκα που βρισκόταν πάνω από το κρεβάτι και έριχνε ένα, πρασινωπό σαν μούχλα, φως μέσα στο δωμάτιο.
Ο βιαστικός πελάτης κάθισε στην καρέκλα και έβγαλε τα παπούτσια του. Δικαιολογήθηκε πως τον είχαν πεθάνει οι κάλοι του. Μετά έβγαλε το καπέλο που φορούσε και το ολόλευκο μαντήλι που φύλαγε στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Στη συνέχεια χτένισε με επιμέλεια το λευκό μουστάκι του με μια μικρή χτενούλα που έβγαλε από τη δεξιά τσέπη του σακακιού του. Την παρακάλεσε για ένα ποτήρι νερό. Ήταν ώρα, λέει, να πάρει τα χάπια για την καρδιά του.
Η κοπέλα τού πρόσφερε ένα καθαρό ποτήρι και του έδειξε την κανάτα στο κομοδίνο που ήταν γεμάτη.
Τον ρώτησε αν αισθάνεται καλά και μήπως ήθελε να φωνάξει τη μαντάμ. Φοβήθηκε. Το μόνο που της έλειπε απόψε ήταν να πεθάνει το χούφταλο στην αγκαλιά της και να την τρέχουν.
Το αποφάσισε. Το πρωί θα ξεσήκωνε και τις άλλες και θα έβαζαν βέτο στην αφεντικίνα τους για το όριο ηλικίας των ανδρών που δεχόταν στο σπίτι. Δουλειά τους ήταν να τους εξυπηρετούν όλους μα κάπου έπρεπε να σταματήσει το κακό με τους ηλικιωμένους σαλιάρηδες που ερχόταν με το ένα πόδι στον τάφο και το άλλο χέρι ανάμεσα στα σκέλια τους για να προσποιηθούν τους άντρες. Ανενεργή από χρόνια ήταν η χειροβομβίδα μέσα στο παντελόνι τους.
Όσο τους φανταζόταν να φιλάνε και να αγκαλιάζουν τα εγγόνια τους με τα ίδια τρεμάμενα και αηδιαστικά χέρια που πασπάτευαν το κορμί της τής ερχόταν αναγούλα.
Ετούτος απόψε έδειχνε χειρότερος από τους άλλους γιατί φαινόταν πολύ γέρος και πάρα πολύ φλύαρος.
Αφού ξαναβρήκε την αναπνοή του και έπαψε να γκρινιάζει πως το σπίτι δεν είχε ασανσέρ, έβγαλε το σακάκι του και ήρθε να καθίσει στην άκρη του κρεβατιού.
Είχε πληρώσει καλά και δεν μπορούσε να τον διώξει στο εικοσάλεπτο. Δυο ώρες φλυαρούσε ακατάπαυστα για τις ένδοξες κατακτήσεις των νιάτων του και για τα παροιμιώδη τσιλιμπουρδίσματά του ως παντρεμένος.
Τα παραμύθια που της έλεγε με την όλο νοσταλγία φωνή του τη νανούριζαν και κόντεψε πολλές φορές ν' αποκοιμηθεί.
Κατά διαστήματα πεταγόταν και έκανε τάχα πως τον άκουγε με προσοχή και όταν επιτέλους τους χτύπησε την πόρτα η μαντάμ, ο γέρο δον ζουάν της έβαλε στο χέρι ένα πάκο χαρτονομίσματα επειδή ήταν, λέει, τόσο καλή και ευγενική ακροάτρια.
Όσο μετρούσε το ανέλπιστο δώρο αναθεώρησε. Το πρωί δεν θα έκανε παράπονα στη μαντάμ για τους σιχαμένους γέρους που της έστελνε στο δωμάτιό της.

Μαρία Φουσταλιεράκη 3-12-2018

ΠΤΗΣΕΙΣ

                                                              Otar Imerlishvili, flight


Είχε κι αυτή την ιδιοτροπία να φοράει χειμώνα καλοκαίρι ξυπόλυτος τα παπούτσια του.
Σε όσους το παρατηρούσαν έλεγε πως του άρεσαν οι χάρτες που δημιουργούσαν οι ρωγμές της σόλας στις γυμνές πατούσες του.
Μια φορά που 'χε χιονίσει παντού, ακόμα κι ως την άκρη της αυλής, τον ρώτησα αν κρύωναν ποτέ τα δάχτυλά του.
Μονάχα το μικρό μου, απάντησε σκεπτικός.
Πάντα κρυώνει το μικρό μου δαχτυλάκι όταν χιονίζει, συμπλήρωσε με σιγουριά, μα θέλει να γίνει κάποτε εξερευνητής και δεν το παραδέχεται φωναχτά σε ξένους.

Μαρία Φουσταλιεράκη 2-12-2018

ΕΡΩΤΙΚΟ ΚΡΕΣΕΝΤΟ

                                                       Πίνακας: Catrin Welz-Stein


Η ζωή είναι ένα ατέλειωτο ερωτικό κρεσέντο.
Λικνιζόμαστε και μεγαλώνουμε.
Χορεύουμε και ωριμάζουμε.
Κάθε ώρα.
Συνεχώς.
Αποκτάμε την πολύτιμη σοφία.
Με μια ωρίμαση
χωρίς αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες.
Με μια σοφία σεμνή.
Αθόρυβη.
Ατσαλάκωτη.
Ανολοκλήρωτη.
Χάρη στο σμίξιμο και στη σύλληψη μιας ιδέας.
Χάρη στον ήλιο που ζεσταίνει και ανθίζει τους ανθρώπους.
Και χάρη στο φεγγάρι.
Που παρηγορεί τα γυμνά κορμιά.
Που τα φωτίζει ώσπου να γίνουν ναοί προσκυνητών.
Εκεί όπου ξυπόλητοι και ασκεπείς γιορτάζουμε,
οι θνητοί, την ανάμνηση της γέννησής μας.


Μαρία Φουσταλιεράκη 27-11-2018