Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ


Τρεις στιγμές ήταν συγκλονιστικές στο παράξενο όνειρο που είδε τα ξημερώματα. Λέγεται, πως το όνειρο είναι η ύστατη στιγμή της πραγματικότητας να μας κάνει να καταλάβουμε τ' αυτονόητα ή ακόμα, να βρει λύσεις στο πρόβλημα που μας κάνει να χάνουμε τον ύπνο μας.
Όταν οι απαντήσεις βρίσκονται κάτω απ' τη μύτη μας, αλλά εμείς δε βλέπουμε τίποτα λόγω συναισθηματικής μυωπίας, έρχονται τα όνειρα για να μας σώσουν.

Στην αρχή ήταν βράδυ. Η εποχή ήταν απροσδιόριστη. Δεν ένιωθε ζέστη, μα ούτε και κρύο. Φορούσε ρούχα μάλλον ελαφριά. Άνοιξη θα 'ταν, ή αρχή φθινοπώρου.
Ποιος ξέρει. Μέσα στην ησυχία της νύχτας, μόνο τα βήματα και οι ανάσες τους ακούγονταν. Ερημιά. Άλλοι άνθρωποι δεν υπήρχαν τριγύρω. Σαν παραλία έμοιαζε ο τόπος εκείνος.
Ένας άνδρας και μια γυναίκα περπατούσαν βιαστικά. Στους ώμους κουβαλούσαν από ένα φέρετρο. Ήξεραν καλά από που έρχονταν και ακόμα καλύτερα το που πήγαιναν. Μάλλον η γυναίκα ήταν ο αρχηγός, γι ' αυτό και προχωρούσε πρώτη. Ο άνδρας μάλλον ήταν ο συνεργάτης της.
Μόλις έφτασαν στο σημείο που 'χαν κρύψει τ' αυτοκίνητα, είδαν δυο άγνωστους μαυροφορεμένους άνδρες να τα κλέβουν. Έβαλαν μπροστά τις μηχανές και χάθηκαν στο σκοτάδι αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα. Δεν πρόλαβαν να τους σταματήσουν. Πανικός, κοιτάγματα απόγνωσης κι αιφνίδια αλλαγή σκηνικού.

Ο σύντροφος στο τιμόνι οδηγούσε αμέριμνα.
Συνοδηγός εγώ. Πάλι αγωνία. Για κάποιο άγνωστο λόγο, έπρεπε να επιστρέψουμε σύντομα από κει που φύγαμε. Δεν έπρεπε να θυμώσουν αυτοί που μας περίμεναν.
Οι συνέπειες θα ήταν ολέθριες για όλους.
Ο άνδρας - οδηγός αγνοούσε τις εκκλήσεις μου να βιαστεί. Κάθε λεπτό που περνούσε, φοβόμουν όλο και περισσότερο για τις ζωές μας.
Εκείνος, χωρίς να έχει καμία συναίσθηση της σοβαρότητας της κατάστασής μας, διασκέδαζε με την αγωνία μου κι αστειευόταν κι από πάνω.
Θύμωνα τόσο πολύ που δεν καταλάβαινε. Αυτός ο συνδυασμός φόβου και θυμού, μου 'χε θολώσει το μυαλό.
Απ' τα νεύρα μου που δεν υπέκυπτε ούτε στις φωνές, ούτε στα παρακάλια να γυρίσουμε πίσω, έβαλα τις φωνές και τα κλάματα και σταμάτησα να προσπαθώ να τον πείσω με τη λογική.
Παραιτήθηκα.
Απόγνωση.
Μιλούσαμε εντελώς διαφορετικές γλώσσες.
Ετερώνυμα.
Τέλος σκηνικού.

Στο τρίτο, ήταν μέρα. Βρεθήκαμε να περπατάμε σε μια παραλία, εγώ και ένας άνδρας. Θυμάμαι την άμμο ν' αγγίζει τα ξυπόλητα πόδια. Ήταν ζεστή.
Μόλις του είχα ανακοινώσει πως ήθελα να χωρίσουμε. Ήταν το ίδιο πρόσωπο.
Ο νυχτερινός σύντροφος, ο οδηγός, κι αυτός ο άνδρας που χώριζα στην παραλία.
Δεν του άρεσε καθόλου αυτό που άκουσε. Αντέδρασε
έντονα. Αυτός δεν ήθελε να χωρίσουμε. Το πρόσωπό του, αν και σκληρό, έδειχνε πως πονά. Φώναζε.
Κάτι μου 'λεγε πως του χρωστάω. Ίσως εξηγήσεις. Ίσως κάποιο δικό του αντικείμενο ή ένα δώρο που δεν ήθελε να έχω πια στην κατοχή μου.
Δε θυμάμαι καλά.
Θυμάμαι όμως πως γύρισα την πλάτη κι έφυγα αποφασισμένη να μην επιστρέψω.
Ενώ είχα κάνει μερικά βήματα μακριά του, έστρεψα το σώμα μου και του έδειξα την άμμο ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια μου.
Στη χαρίζω όλη αυτή για να με θυμάσαι, του είπα.

Κι αυτή η φράση, είναι ό,τι ειπώθηκε ηχηρά με λέξεις σ' ένα ταραγμένο όνειρο που διαδραματίστηκε βουβό.


Μαρία Φουσταλιεράκη 28-3-2017

Η ΑΝΟΙΞΗ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΘΕΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ


Ένα πλάκωμα στο στήθος με βρήκε απροετοίμαστη.
Μια ανησυχητική βουβαμάρα σέρνεται εδώ και μέρες μέσα μου.
Ετοιμάζεται να εγκατασταθεί η Άνοιξη στην πόλη.
Χώρο κάνει, τα παλιά και χρησιμοποιημένα πετά στα σκουπίδια.
Όλα μαζί σ' ένα κάδο. Δε γνωρίζει την ανακύκλωση.
Μα και να τη γνώριζε, πάλι όλα μαζί θα τα πέταγε.
Κουβάρι ζούσαν όλο το χειμώνα, κουβάρι πρέπει να πεταχτούν. Δίκαια πράγματα.
Εκεί έξω, κυκλοφορούν ελεύθερα σύνδρομα εγκατάλειψης.
Κρίμα θα 'ναι να τα φορτωθούν κι αυτά στις πλάτες τους τα ναυαγισμένα σχέδια και οι απογοητευμένες προσδοκίες που κρύφτηκαν στα χιόνια επειδή τρόμαξαν.
Τρομάξαμε κι εμείς ν' απαλλαγούμε φέτος απ' τη βαρυχειμωνιά.
Η Άνοιξη ετοιμάζεται να εγκατασταθεί στην πόλη.
Το βλέπω. Το μυρίζω.
Σύντομα πρέπει να κατεβάσω τ' ανοιξιάτικα ρούχα μου απ' το πατάρι.
Πρέπει να τ' αερίσω πριν τα φορέσω.


Μαρία Φουσταλιεράκη 28-3-2017

ΡΥΤΙΔΕΣ


Ευχαριστώ,
είπε δειλά η νεογέννητη ρυτίδα
που κοκκίνισε ελαφρά μέσα στην απαλή ύπαρξή της.
Ευγενέστατος, είπε μια άλλη,
παλιά,
που είχε αποδεχτεί με σιγουριά την ομορφιά της δεύτερης νιότης.
Γεννηθήκαμε ζόρικα,
με καισαρική τομή,
είπαν ταυτόχρονα οι δίδυμες,
που κατοικούσαν από χρόνια
δεξιά κι αριστερά απ' τα χορτασμένα χείλη.
Θηλυκά είναι οι ρυτίδες.
Κολακεύονται κι αυτές απ' τα κομπλιμέντα των ανδρών.


Μαρία Φουσταλιεράκη 27-3-2017

ΣΗΜΕΡΑ ΘΑ 'ΘΕΛΑ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ ΚΙ ΟΧΙ ΝΑ ΞΕΧΑΣΩ


Υπερηφάνεια μπαίνει σήμερα με ορμή απ' τ' ανοιχτά μου παράθυρα. Έχει ζέστη έξω.

Η μυρωδιά της πρόχειρα ντυμένης ηθικής ανάτασης είναι αποπνικτική.

Παντού τσίκνα.

Παντού καλογυαλισμένα υποδήματα. Στέκονται ακίνητα, αντί να περπατούν μπροστά απ' το μέλλον.

Άλλοι πιέζονται να ξεχάσουν σήμερα κι άλλοι προσπαθούν με κόπο να θυμηθούν.
Κι εγώ σήμερα θα 'θελα να θυμηθώ και όχι να ξεχάσω.

Να θυμηθώ ποια ήμουν πριν μεγαλώσω.

Πριν πανηγυρίσω με πλαστικά σημαιάκια την ενηλικίωσή μου.

Πριν αναγκαστώ να προσαρμόσω τον κόσμο γύρω μου για να χωρέσω και να βολευτώ.

Πριν πιω στην υγειά μου εκείνο το πρώτο ποτήρι με καθαρό δηλητήριο ατόφιας αγάπης.

Πριν καν φύγω απ' τον εαυτό μου τρέχοντας, για να μην τον πληγώσω κι άλλο.

Αυτά προσπαθώ να θυμηθώ σήμερα.

Τα υπόλοιπα πρωινά που ξυπνάω, δεν πασχίζω τίποτα να ξεχάσω ούτε να θυμηθώ.

Και περιέργως, ποτέ δεν αναρωτιέμαι ποια είμαι.

Ίσως γιατί τα βράδια που γυρίζω σπίτι, πρώτα πλένω τα χέρια μου πολλές φορές και μετά, με καθαρά δαχτυλικά αποτυπώματα βγάζω τα ρούχα από πάνω μου.

Συνήθως, αν και βρώμικα, μυρίζουν όμορφα απ' τα αρώματα που φοράω.
Καμιά φορά όμως, εκεί που πηγαίνω, τα ποτίζει η απόγνωση του κόσμου γύρω μου και δε μυρίζουν πια όμορφα.

Όταν συμβαίνει αυτό, σουφρώνω τη μύτη από περιέργεια και τα βγάζω βιαστικά από πάνω μου. Κουβάρι τα πετάω στο πάτωμα. Μετά το ξανασκέφτομαι και τα λυπάμαι.
Την ώρα που ξεντύνομαι, ξεντύνονται μαζί μου κι οι ρόλοι που μου φόρεσε με το ζόρι η κοινωνία.
Ενήλικοι οι περισσότεροι, χωρίς τη βοήθειά μου ξεντύνονται.

Ιεροτελεστικά και πειθαρχημένα κρεμιούνται έπειτα ανά μέγεθος στη ντουλάπα.

Ολόγυμνη μένω, σβήνω το φως και κοιτάζω το λευκό δέρμα που ξεχωρίζει στο σκοτάδι. Χαμογελάω όταν σκέφτομαι πόσο όμορφα το γερνάνε οι μέρες και πόσο υπομονετικά το αναπλάθουν τ' αστέρια τις νύχτες.

Το πρωί πάντα ξυπνώ σε κρεβάτι που η ατιμία δεν επιτρέπεται να τ' ακουμπά.

Βωμός είναι το δωμάτιό μου, κρυφά βαφτισμένος για να τον προσκυνά ο φυλαγμένος πόνος όλου του κόσμου.

Αρχοντικά μπαλκόνια τριγυρίζουν το βωμό μου για να μπαίνει άπλετα το φως κάθε που ξημερώνει.

Κάθε μέρα ξημερώνει.

Ακόμα και τον καιρό που επιλέγω να ζω στα σκοτεινά, με τα πατζούρια κατεβασμένα.

Θέλει θάρρος για να βλέπεις στο φως τα σημάδια που ζωγράφισε ένα απωθημένο που ξέχασες τσαλακωμένο στο βάθος της ντουλάπας.

Κάτω απ' το κυριακάτικο φουστάνι που δεν τόλμησες να φορέσεις ακόμα.


Μαρία Φουσταλιεράκη 25-3-2017

ΚΙ ΑΠΟΨΕ ΗΡΘΕ Ο ΥΠΝΟΣ


Κι απόψε ήρθε ο ύπνος να με ψάξει.
Μα δε με βρήκε στο κρεβάτι να τον περιμένω.
Στο σαλόνι με είδε κουλουριασμένη, μ' ένα βιβλίο ανοιχτό στο στήθος.
Σε στάση προσευχής.
Τα μάτια είχα κλείσει από ώρα, δε διάβαζα πια.
Είχα κουραστεί.
Ταξίδευα τη φαντασία μου σε μέρη άγνωστα ως τα πριν.
Τους ήρωες κρυφοκοίταζα, να συζητούν χαμηλόφωνα.
Μπροστά στο τζάκι που κάπνιζε.
Τα μάτια μου θόλωσαν απ' τον καπνό κι άρχισα να βήχω.
Μια σταλιά ήταν το δωμάτιο.
Σε κείνα τα μέρη, χρησιμοποιούσαν ακόμα σβουνιές ζώων για να ζεσταθούν.
Φτωχοί άνθρωποι και πονεμένοι ήταν.
Και οι αφέντες και οι παραδουλεύτρες.


Μαρία Φουσταλιεράκη 21-3-2017

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΙΓΕΙΑ ΜΙΛΩ



Οι ψυχές, να ξέρεις, στέκονται στο ίδιο επίπεδο.
Το υλικό που είναι φτιαγμένες είναι παρόμοιο.
Μονάχα που καμιά φορά, οι άνθρωποι που φορούν τις ψυχές τους κατάσαρκα, περπατούν αφηρημένα κι άτσαλα γιατί χαζεύουν τον ουρανό.
Αν οι δρόμοι έχουν ανωμαλίες απ' τη χρήση, σκοντάφτουν, πέφτουν στις λάσπες και λερώνονται.
Αν σηκωθούν και τινάξουν καλά τις λάσπες, η αμαρτία, δρόμος κάθαρσης γίνεται για τον Παράδεισο.
Αν η λάσπη ποτίσει και ποτέ δεν καθαριστεί, πίσσα γίνεται και το βάρος της σε τραβά κατ' ευθείαν στην Κόλαση.
Για τα επίγεια μιλώ.
Εδώ βρίσκονται όλα. Και ο Παράδεισος και η Κόλαση.


Μαρία Φουσταλιεράκη 20-3-2017

ΚΥΡΙΑΚΕΣ


Αγαπώ τις Κυριακές.
Οι Κυριακές μέσα στο σπίτι,
αφήνουν μια γλυκιά επίγευση στο στόμα.
Από γλυκό του κουταλιού.
Σταφύλι, που είναι το αγαπημένο μου.
Οι Κυριακές κουβαλούν μια βαριεστιμάρα
και μια νωθρότητα στις σκέψεις.
Ένα αποσυντονισμό στις κινήσεις,
απ' το ξενύχτι της προηγούμενης βραδιάς.
Κάνουν όμως και εβδομαδιαία ανασυγκρότηση
σκέψεων και συναισθημάτων.
Αφήνουν τις μελαγχολικές σκέψεις
ν' αναπαύονται μόνες στο κρεβάτι
και μαζί με τις άλλες,
τις χαρούμενες,
μόλις σουρουπώνει,
κάνουν μεγάλους περιπάτους
στην πόλη.


Μαρία Φουσταλιεράκη 19-3-2017

ΟΤΑΝ ΗΡΘΕ Ο ΥΠΝΟΣ


Όταν ήρθε ο ύπνος
δε βρήκε κανένα στο κρεβάτι.
Στο μπαλκόνι καθόταν
με μια ζακέτα στους ώμους
σιγανά βλαστημούσε
κι έκανε παρέα στο φεγγάρι.


Μαρία Φουσταλιεράκη 19-3-2017

ΚΑΤΙ ΓΝΩΡΙΜΟ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ


 Όταν κάτι γνώριμο
απ' το παρελθόν
σ' ακουμπά φιλικά
στην πλάτη,
σου δίνεται η δυνατότητα
να περπατήσεις
για λίγο ανάποδα.
Ίσα για να φτάσεις
σ' εκείνο
το αβίαστο
χαμόγελο
που δε συγχώρεσες
ακόμα.


Μαρία Φουσταλιεράκη 18-3-2017

ΤΑΡΤΟΥΦΟΣ – ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ





Ο Ταρτούφος, η σκοτεινή κωμωδία του Μολιέρου είναι από τα δημοφιλέστερα θεατρικά έργα. Έχει αγαπηθεί φανατικά από ηθοποιούς και κοινό κι έχει ανέβει πολλάκις ως σήμερα.
Φαντάζομαι πως είναι μεγάλη πρόκληση για ένα σκηνοθέτη ν' ανεβάσει ένα τέτοιο πολυπαιγμένο έργο, με πρωτοτυπία, φινέτσα, αλλά και φαντασία.
Ο Αιμίλιος Χειλάκης και ο Μανώλης Δούνιας τα κατάφεραν περίφημα. Με ευφυέστατη και ευρηματική σκηνοθετική ματιά, δημιούργησαν ένα καλαίσθητο και ζωντανό θεατρικό καμβά που πάνω του διαδραματίστηκε το διάσημο έργο.
Τα σκηνικά που ήταν εκπληκτικά, κατάφεραν να δημιουργήσουν την ψευδαίσθηση πως ολόκληρη η σκηνή είναι ένα ζωντανό καλειδοσκόπιο που αναπνέει διαχρονικά.
Ανθρώπινοι πίνακες ζωγραφικής προχωρούν σαν να επέπλεαν ή σα να πετούν μερικά εκατοστά πάνω από το σανίδι. 
Οι ηθοποιοί, άλλοτε με τη χάρη ενός μπαλέτου, άλλοτε με την αρμονία ομάδας συγχρονικής κολύμβησης και άλλοτε σα ζωντανές μαριονέτες, γίνονταν μέρος του καμβά και μέρος του σκηνικού.
Μπροστά στα έκπληκτα μάτια του θεατή ξεδιπλώνεται η διαχρονική ανθρώπινη αδυναμία και ανάγκη του ανθρώπου να φαίνεται καλός, ενάρετος και απόλυτα συμβατός ή συμβατικός με την κοινωνία άνθρωπος.
Μέσα από τον κεντρικό, τεράστιο και παραμορφωτικό καθρέφτη της σκηνής, μια οικογένεια σ' ένα άχρονο κόσμο, έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με τις ηθικές κι ανήθικες αξίες ολόκληρης της κοινωνίας, στην οποία ανήκει και κατέχει θέση αξιοσέβαστη.
Όλα τα κοστούμια της παράστασης είναι πανέμορφα και πολύ πρωτότυπα. Απόλυτα συμβατά για τους ρόλους που επάξια υποστήριξαν οι εξαιρετικά ταλαντούχοι ηθοποιοί που πλαισίωσαν την παράσταση.
Δυναμική και  έντονη ήταν η ερμηνεία του Ταρτούφου από τον πρωταγωνιστή Αιμίλιο Χειλάκη. Και μόνο η  μορφή του προκαλούσε δέος και φόβο.
Ο Άλκης Κούρκουλος, επίσης πρωταγωνιστής, υποδύθηκε άψογα το ρόλο του αυστηρού πατέρα.
Στο τέλος της παράστασης, το παρατεταμένο χειροκρότημα του κόσμου τίμησε αντάξια όλους τους συντελεστές της παράστασης και άφησε μια επινίκια, ανεξίτηλη επίγευση, που με δυσκολία θα μπορέσει να ξεπεράσει άλλος σκηνοθέτης στο μέλλον.
Το στοίχημα του έργου κερδήθηκε πλήρως κι ο πήχης της πρόκλησης ανέβηκε εξαιρετικά ψηλά.
Εύγε σε όλους τους συντελεστές για την άψογη θεατρική παράσταση που παρακολουθήσαμε στη Θεσσαλονίκη.



Μαρία Φουσταλιεράκη 26-3-2017

ΚΗΠΟΙ ΧΩΡΙΣ ΦΡΑΧΤΕΣ


Κουρασμένοι ταξιδευτές στέκονται
σε κήπους που δεν έχουν φράχτες
ίσκιο κλέβουν και ζουμερά φιλιά.


Μαρία Φουσταλιεράκη 16-3-2017

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

ΕΣΩΡΟΥΧΑ


Οι αγνές σκέψεις κατοικούν στο συρτάρι με τα εσώρουχα.
Όταν μοιράζομαι μία,
ανοίγω το συρτάρι και διαλέγω
άλλοτε διάφανα ή δαντελωτά
κι άλλοτε απ' τα βολικά τα βαμβακερά.


Μαρία Φουσταλιεράκη 10-3-2017

ΜΙΑ ΒΙΤΡΙΝΑ ΚΙ ΕΝΑ ΡΟΛΟΙ


Οι σκέψεις μου βάρυναν σήμερα έτσι όπως έβλεπα μέσα απ' το τζάμι τα μουντά σύννεφα που ερχόταν από μακριά και έφερναν βροχή. Δε με νοιάζει όταν βρέχει. Την αγαπώ τη βροχή. Με νοιάζει όμως που τα σύννεφα μου κρύβουν τον ήλιο.
Τον χρειάζομαι τον ήλιο για να σκέφτομαι περισσότερο καθαρά. Σα ρίζες που λιάζονται είναι οι σκέψεις μου τις βροχερές μέρες. Οι ρίζες μπορεί να μη βλέπουν τον ήλιο, αλλά τον νιώθουν. Επειδή δε βλέπουμε κάτι δε σημαίνει πως δεν υπάρχει κι όλας.

Σήμερα το πρωί ήπια τον καφέ μου μπροστά στο παράθυρο. Βλέποντας τη βροχή να πιτσιλάει τα πεζοδρόμια και τους βιαστικούς περαστικούς. Εγώ στεκόμουν όρθια στο παράθυρο και τους χάζευα. Μ' αρέσει να χαζεύω τους ανθρώπους και να φαντάζομαι ιστορίες γι' αυτούς.
Μια γυναίκα μου κέντρισε έντονα τη ματιά. Μια γυναίκα νέα που περπατούσε αφηρημένη. Ομπρέλα δεν κρατούσε, μα δε φαινόταν να τη νοιάζει αν χαλούσαν τα μαλλιά της. Είχε όμορφα μαλλιά, πολύ περιποιημένα.
Στάθηκε για ώρα μπροστά σε μια βιτρίνα και κοιτούσε επίμονα κάτι. Ήταν μακριά για να διακρίνω το αντικείμενο της προσήλωσής της.
Υποθέσεις μονάχα μπορούσα να κάνω. Η βιτρίνα είχε γυναικεία αντικείμενα και ήταν καλόγουστη.

Κι γω στέκομαι συχνά μπροστά της και θαυμάζω τα γυναικεία αξεσουάρ και τα υπέροχα ρολόγια της.
Ειδικά ένα ροζ ρολόι με μεγάλο καντράν μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση. Όχι μόνο εντύπωση για να είμαι ειλικρινής, μου έχει πάρει τα μυαλά εδώ και καιρό.
Όποτε περνάω τον απέναντι δρόμο και το κοιτάζω, η παρόρμησή μου κοντεύει να με λυγίσει και είμαι έτοιμη να μπω μέσα και να το αγοράσω.
Έχω φτάσει μέχρι το σημείο ν' αγγίξω το χερούλι της πόρτας για να μπω μέσα στο κατάστημα, μα αντιστέκομαι και δε μπαίνω.
Δεν είναι το υψηλό του κόστους το θέμα που δεν τ' αποφασίζω. Η τιμή του είναι προσιτή.
Διαφορετικός είναι ο λόγος που αντιστέκομαι στην παρόρμησή μου.
Δε φοράω ρολόγια. Ποτέ δε φόρεσα. Αρνούμαι κάτι έξω από μένα να μετρά το δικό μου χρόνο.
Φυσικά και είναι χρήσιμο να γνωρίζω ανά πάσα στιγμή τι ώρα είναι. Διαφορετικά δε θα μπορούσα να συνεννοηθώ με τους ανθρώπους για τις συναντήσεις μας ή για τις υποχρεώσεις μου.

Μα νιώθω πως αν φορέσω ρολόι στον καρπό μου πως θα μου αποσυντονίσει τους φυσικούς μου σφυγμούς.
Ή στη χειρότερη περίπτωση θα μου τους κλέψει και θα πεθάνω.
Το ρολόι θα χτυπά έξω απ' το κορμί μου, οι σφυγμοί μου θα χτυπούν ταυτόχρονα μέσα στο κορμί μου και γω φοβάμαι πως θα μπερδευτώ και θα ρεζιλευτώ στις πεποιθήσεις μου.
Αν φορέσω ρολόι, ο χρόνος θα μου κλείνει το μάτι πονηρά κάθε δευτερόλεπτο και θα μου λέει πως έγινα τελικά αυτό που φοβόμουν περισσότερο.
Πως έπαψα να 'μαι ονειροπόλα και αφηρημένη, σαν τη γυναίκα με τα περιποιημένα μαλλιά, και πως έγινα συγκεκριμένη και καταναγκαστικά προγραμματισμένη.
Αυτό είναι κάτι που το τρέμω και το μισώ ταυτόχρονα.

Η γυναίκα με τα όμορφα μαλλιά συνεχίζει να στέκεται μπροστά στη βιτρίνα και να κοιτά, κι γω συνεχίζω να πλάθω ιστορίες για κείνη. Ακόμα βρέχεται, μα δεν τη νοιάζει.
Αναρωτιέμαι αν τη μάγεψε κι κείνη το ροζ καντράν του ρολογιού με τους κομψούς δείκτες που σε παραπλανούν και σε κάνουν να πιστεύεις πως ο χρόνος περνά όταν μετριέται από κάτι άλλο έξω από σένα τον ίδιο.
Εγώ το χρόνο τον μετράω μέσα μου. Χωρίς χτύπους ρολογιών. Μονάχα με τους χτύπους της καρδιάς.
Ακανόνιστα χτυπάει η δική μου καρδιά. Ανάλογα με τις σκέψεις και τα ερεθίσματα που μεταφράζω σε συναισθήματα πριν τα βάλω μέσα μου.

Μ' αρέσει πολύ να παρατηρώ τους περαστικούς ανθρώπους μέσα απ' το παράθυρό μου.

Μ' αρέσει να πλάθω ιστορίες μ' αυτούς τους άγνωστους για πρωταγωνιστές.

Μ' αρέσει που μου κρατούν συντροφιά όσο πίνω τον καφέ μου, κι ας μην τους γνωρίζω. Κι ας μη μάθουν ποτέ πως μέσα σ' όλα τ' άλλα που έκαναν σήμερα που έβρεχε, ήπιαν καφέ ελληνικό ερήμην τους.

Συντροφιά με μια άγνωστη ονειροπόλα που τους έκανε σήμερα πρωταγωνιστές στις σκέψεις και στα τετράδιά της.


Μαρία Φουσταλιεράκη 9-3-2017

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

ΚΑΤΟΙΚΩ Σ' ΕΝΑ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ


Δεν έχω κάποιον για να μιλάω μαζί του.
Κάποτε, κρατούσα την αθωότητα απ' το χέρι και μαζί της συνομιλούσα για να μη μπαγιατέψουν οι φρέσκες σκέψεις μου.
Στις σελίδες ενός βιβλίου την έκρυψα θυμάμαι, κι από τότε ξέχασα που την έβαλα και τη λησμόνησα.
Από τότε μου έμεινε η αγάπη για τα βιβλία. Στους δικούς τους κόσμους ψάχνω να βρω ένα κόσμο που να χωράω και να μου ταιριάζει.
Ένα κόσμο που θα 'χω κάποιον μαζί του για να συνομιλώ.
Επειδή δεν έχω κανέναν, έπαψα να μιλώ αληθινά. Όχι πως λέω ψέματα. Σιχαίνομαι να λέω ψέματα στους άλλους. Μόνο στον εαυτό μου λέω και στη χαμένη μου αθωότητα, που καμιά φορά προσποιούμαι πως κάθεται ακόμα δίπλα μου στον καναπέ και μου μιλά.
Τις μέρες, τις περνώ φαινομενικά ήρεμες, έως και ευχάριστες θα μπορούσα να τις χαρακτηρίσω.

Δεν έχω ιδιαίτερες έγνοιες. Και πως να έχω, αφού δεν έχω την αθωότητά μου για να συνομιλώ με κάποιον γι' αυτές.
Όμως ό,τι προβλήματα του βίου μου προκύπτουν, έχω την ικανότητα να τα λύνω χωρίς πολλά αγκομαχητά.
Ζω φαινομενικά μια ζωή γεμάτη, πλήρη. Με διασκεδάσεις, συναναστροφές και παρέες που τους κάνω συνεχώς να χαμογελάνε.
Αποφεύγω να σκέφτομαι πράγματα που στεναχωρούν και πονάνε. Ούτε παρακολουθώ τηλεόραση, από φόβο μη δω σε ποια πραγματικότητα ζω και πάψει να με ελκύει η ζωή μου.

Προτιμώ να ρεμβάζω τα ηλιοβασιλέματα και να πατάω τις πευκοβελόνες στα βουνά όταν ξεραθούν. Αν ακούσετε κάποια φορά πόσο μελωδικό ήχο βγάζουν οι ξερές πευκοβελόνες όταν τα παπούτσια τις πατήσουν, θα σας παραξενέψει στην αρχή, μα μετά θα τον αποζητάτε αυτό τον ήχο που νανουρίζει κάθε φορτωμένη σκέψη.

Προτιμώ να σκέφτομαι για συναισθήματα κι αισθήσεις που νανουρίζουν μελωδικά τις σκέψεις μου.

Προτιμώ να σκέφτομαι για έρωτες ανεκπλήρωτους και για πόνο χωρισμών που σκίζουν στα δύο ένα πληγωμένο κορμί.
Σκέφτομαι όμως και για ευτυχισμένες αγάπες, για ιδανικές, που ο χρόνος δεν τις τιμώρησε με αποξένωση, ούτε η φθορά του έρωτα τις έκανε μοιραία ένα βράδυ να βαρεθούν.
Πολλά σκέφτομαι κάθε μέρα. Για ζητήματα που αφορούν το μέλλον κι αν υπάρχει δεύτερη ζωή που να δίνει ό,τι κερδήθηκε και αξίζει.
Για την αδικία και την αυτοδικία σκέφτομαι επίσης, που είναι και τα δυο φωλιές φιδιών που αν τις ζεστάνουμε το χειμώνα, την άνοιξη θα τρέφουμε φίδια στην ψυχή μας.

Όμως δε σκέφτομαι τόσο πολύ κάθε μέρα. Έρχονται κάποιες μέρες παράξενες που δε σκέφτομαι τίποτα. Που δεν περνάει ούτε μια σκέψη απ' το μυαλό μου.
Καμία που να την κάνω επειδή νιώθω την ανάγκη να ταξιδέψω στον κόσμο μου .
Εκείνες τις μέρες που δε σκέφτομαι, βυθίζομαι σε μια θαλπωρή που στους άλλους μοιάζει με μορφή αυτισμού ή ακόμα και με ελαφριά κατάθλιψη.
Το κορμί μου ζει μια γλυκιά μα μουδιασμένη τεμπελιά και το μυαλό μου παίρνει τιμητική άδεια εξόδου με διανυκτέρευση.

Όταν κάνω σκέψεις τις καταγράφω στο χαρτί για να τις διαβάσω στον εαυτό μου κάποτε όταν τον βρω επιτέλους στον πραγματικό κόσμο.
Έχω στο κομοδίνο μου ολόκληρες στοίβες με τετράδια, γραμμένα συνήθως τα ξημερώματα, όπως κάνω και τώρα.
Δεν έχω ιδέα όταν δίνω άδεια στο μυαλό μου, αν επιλέγει να ξεκουραστεί απ' τις αλλεπάλληλες σκέψεις που το βασανίζω ή αν βρίσκει ευκαιρία να σκεφτεί κι αυτό τα δικά του σημαντικά που το απασχολούν.

Ειδικά εκείνες τις μέρες δεν έχω κανέναν για να μιλήσω.
Νιώθω ερημίτης σε σπηλιά ή μοναχικός επιζών από παγκόσμια καταστροφή. Συνήθως, κοιμάμαι όλη μέρα όταν έρχονται τέτοιες αυτιστικές μέρες. Αναπληρώνω το χαμένο ύπνο της ζωής μου.
Τις μέρες που νιώθω συμβατή με τον πλανήτη που κατοικώ και σκέφτομαι όπως σας είπα διαρκώς, γράφω τις σκέψεις μου για να τις διαβάσω στον εαυτό μου όταν κάποτε τον βρω. Για να μπορώ να συστήσω εμένα στον εαυτό μου.
Δεν πιστεύω πως θα τον ενδιέφερε να μάθει τι σπούδασα και αν παντρεύτηκα μετά που τον εγκατέλειψα. Και μάλλον δε θα τον ενδιαφέρει να μάθει αν απέκτησα ή όχι παιδιά.
Θα θέλει όμως να μάθει σίγουρα αν σκεφτόμουν και τι είδους σκέψεις έκανα καθημερινά.
Είμαι οι σκέψεις μου κι απ' τις σκέψεις μου θα κρίνει την καθαρότητα της ψυχής μου. Σαν τον ειδικό για τα διαμάντια, που ξέρει να μετρά με ακρίβεια την αξία τους.

Αν διαβάσει κάποιος τρίτος, πράγμα απίθανο, τα πολύχρωμα τετράδιά μου, θα σκεφτεί πως κατοικώ σ' ένα κόσμο που δεν υπάρχει και που σίγουρα κατασκεύασα εγώ.
Δε θα έχει άδικο. Κατά κάποιο τρόπο είναι αλήθεια αυτό.
Μονάχα που στον κόσμο μου δεν έχω κανέναν για να συνομιλώ μαζί του. Την αθωότητα μου αφότου παράτησα σελιδοδείκτη σ' ένα βιβλίο, έμεινα χωρίς παρέα.
Έτσι περνάνε όλες οι μέρες μου. Όπως σας περιέγραψα. Κοινωνικές ή αυτιστικές. Οι περισσότερες είναι κοινωνικές ευτυχώς, αλλά ακόμα και σ' αυτές, αν και συναναστρέφομαι με κόσμο, δεν έχω κανένα για να μιλήσω.

Τα βράδια, αν μου το επιτρέπουν οι συνθήκες, πάω για ύπνο παρέα με ένα βιβλίο. Διαβάζω μέχρι να νυστάξω πολύ. Όταν καταφέρω να κοιμηθώ, αν η μέρα που έζησα ήταν απ' τις δύσκολες, τις καταθλιπτικές, δεν κοιμάμαι για πολλές ώρες, τόσες όσες χρειάζονται οι άνθρωποι για να ξεκουραστούν.
Συνήθως κοιμάμαι με κόπο και σύντομα ξυπνώ από ταραχή.
Οι σκέψεις που δεν έκανα στο μυαλό τη μέρα, έρχονται θυμωμένες και ανυπόμονες να μ' επισκεφτούν.
Συνωστισμένα έρχονται, ποτέ δε μπορούν να μπουν σε τάξη και με ταράζουν με εικόνες και λέξεις που δεν έκανα ποτέ.
Ξυπνώ αιφνιδιασμένη, κάθε φορά, και αν δεν καταφέρω να διώξω τον εφιάλτη και να ξανακοιμηθώ, ανοίγω το τετράδιο που έχω πρώτο στη στοίβα και γράφω όλες τις άγνωστες λέξεις που ήρθαν επιτακτικά για μεταμεσονύκτια επίσκεψη.
Τις εικόνες τις αφήνω για μετά. Είναι τόσο έντονες που ακόμα και να μη θέλω, τις θυμάμαι με λεπτομέρειες όλη την επόμενη μέρα.
Αυτές, τις αναλύω με ησυχία και παρέα ένα φλιτζάνι καφέ, για να μην τις φοβάμαι πολύ.

Σήμερα, νέες λέξεις και φράσεις πρόσθεσα στη λευκή σελίδα.
Μια φράση μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση απ' όλες και γι' αυτό την έγραψα πρώτη.
Οι πληγές του αιχμαλώτου αιμορραγούν ξανά.
Δεν ξέρω αν πρέπει να συνδυάσω τον εαυτού μου μ' αυτή τη φράση. Σε μια απ' τις εικόνες που με επισκέφτηκαν, είδα εμένα παιδί να κοιτάζω τον εαυτό μου ενήλικα, να ξύνει παλιές επουλωμένες φαινομενικά πληγές.

Με έντονο πόνο και βουρκωμένα μάτια ξύπνησα σήμερα. Ήταν αληθινός ο πόνος, κι ας τον ονειρεύτηκα.
Για να βεβαιωθώ πως είμαι ξύπνια, κοιτώ ώρα το δάχτυλο που ακούμπησε μια πληγή. Θέλω να δω αν είναι και τώρα που ξύπνησα ματωμένο.
Δεν είδα κόκκινο αίμα ή υγρό σ' άλλο χρωματισμό. Όταν το έβαλα όμως στο στόμα, είχε έντονη τη γεύση αίματος.
Άξαφνα μου πέρασε μια σκέψη εκείνη την ώρα που έγλυφα το δάχτυλο που ακούμπησε την αόρατη πληγή.
Πως μπορεί να έχω κάνει λάθος. Πως μπορεί να μην έβαλα σελιδοδείκτη την αθωότητα μου σ' εκείνο το βιβλίο, όπως νόμιζα τόσα χρόνια.
Μπορεί μονάχα να έφτιαξα ένα άλλοθι βολικό για να μη χρειάζεται με κανέναν να κουβεντιάζω αυτά που κρύβω από παιδί στην ψυχή μου.
Ακόμα κι από μένα την ίδια μπορεί να έχω την ανάγκη να τα κρατώ, κρυμμένα και κρυφά.

Αν ισχύει αυτή η θεωρία, νομίζω πως είναι συγκλονιστική για το παρόν, αλλά και για το μέλλον μου. Όμως πολύ θα λυπηθώ. Δεν έχω με κανέναν να τη μοιραστώ αυτή τη συγκλονιστική ανακάλυψη.


Μαρία Φουσταλιεράκη 7-3-2017

ΠΑΡΑΛΟΓΟ ΣΚΗΝΙΚΟ



Σ' όλο το παράλογο σκηνικό της μεγαλούπολης
λόγο θέλαν άσχετοι να έχουν στα ρούχα
στο πρόσωπο και στο κορμί το επαγγελματικό.
Ένα παιδί ερχόταν με μια γλάστρα στο χέρι.
Ο τύπος με το χρήμα που έρωτα αιώνιο έταζε,
την επόμενη μέρα με διαφορετική συνοδό εμφανίστηκε.
Ακόμα κι η φίλη ήθελε αντάλλαγμα για να μ' αγαπήσει,
ραντεβού στης παλιάς πουτάνας το στέκι μου έδωσε,
έψαχνα με αγωνία το μαγαζί να βρω, να τραγουδήσει για να ξεχάσει.
Μέσα σ' όλη αυτή τη γελοιότητα που ζούσα,
μια στα πάτρια,
μια στην πρωτεύουσα που άλλο δε με σήκωνε το κλίμα,
το κόκκινο χαλί πάτησα χωρίς να κάνω δηλώσεις.
Αυτό ήταν για μένα παραίτηση με δάφνες,
καμιά απόλυση δε σήκωνα στο σπαθί μου.
Μια που μπήκα και μια που βγήκα.
Παίρνοντας το δρόμο της μοναχικής επιστροφής
σε λάσπες έπεσα και χιόνια, μα γω με πείσμα,
αδιαφορώντας αν γλιστράω και κινδυνεύω να τσακιστώ,
το πορτοφόλι μου που πήγε να παραπέσει μ' ένοιαζε να σώσω.
Σκαρφάλωνα και γλίστραγα,
σ' ένα ξένο χέρι πιάστηκα να με σηκώσει, μα με μάλωσε κι αυτό,
τρελή με είπε σε μια ξένη γλώσσα που δε γνώριζα.
Κατάλαβα στο τέλος ανώφελη πως είναι η αναγνωρισιμότητα και ξύπνησα.
Σταμάτησα χέρι βοηθείας να προτείνω στον καθένα.


Μαρία Φουσταλιεράκη 6-3-2017

ΜΟΥΣΚΕΨΕ ΤΟ ΧΑΛΙ


Έπαψε από καιρό να μου φαίνεται αστείο.
Κάθε φορά που βρέχει, διάπλατα τα παράθυρα ανοίγεις και περιμένεις απ' την υγρασία να σου δώσει άφεση παλιών αμαρτιών.
Μέσα απ' τις σταγόνες της νοσταλγίας, ευκαιρία ψάχνεις να σ' αγγίξει ένας ξεχασμένος ουρανός.
Ποτέ δεν είχες εύκολα τα δάκρυα.
Ποτέ δεν είπες στον εαυτό σου με γενναιότητα, συγγνώμη.
Πάντα, ζητάς από κάποιον άλλο να σε λυτρώνει.
Ήρθε η ώρα που μόνα τους θα κλείσουν τα διάπλατα παράθυρα, θα το δεις.
Μούσκεψαν πάλι οι κουρτίνες.
Μούσκεψε το χαλί στο πάτωμα απ' την πολλή βροχή.
Ξυπόλητος και γυμνός, αόρατα σημάδια ακολουθείς.
Κυκλικά και σκυφτά μέσα κι έξω απ' το σπίτι.
Εσύ, πίσω σου αφήνεις με καημό τα λογικά σου, κι εμένα, μου τελειώνουν οι αριθμοί που ήξερα τα βήματά σου να μετρώ.
Έπαψε από καιρό να μου φαίνεται αστείο.
Μόλις κοπάσει κι αυτή η μπόρα, ξέρω πως από μένα θα ζητάς,
με χνουδωτή πετσέτα το κορμί σου να σκουπίσω απ' τη λυτρωτική βροχή που μέσα σου κουβαλάς.


Μαρία Φουσταλιεράκη 6-3-2017

Η ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ


Πρόστυχη γραμματική στον Έρωτα:
Εγώ, αντικείμενο του πόθου.
Εσύ, σκέτο υποκείμενο.


Μαρία Φουσταλιεράκη 5-3-2017

«Η ΝΥΧΤΑ!» ΘΕΑΤΡΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣ - ΑΘΗΝΑ




Πόνος, μοναξιά, φιλία και έρωτας τη νύχτα. Στην πόλη, στην κάθε πόλη τα νυχτόβια πλάσματα αποφεύγουν ν’ αναζητούν την αγάπη κατά τη διάρκεια της μέρας.
Όταν ξημερώνει, οι ακτίνες του ήλιου καίνε τα μάτια και αυτό θυμίζει αγάπη.
Τα πλάσματα της νύχτας πάσχουν από φωτοφοβία.
Δεν αντέχουν τη μέρα, ούτε την αγάπη αντέχουν. Ούτε καν τον εαυτό τους αντέχουν να βλέπουν τη μέρα.
Γι’ αυτό μόλις νυχτώνει μεταμορφώνονται σε σκιές.
Τα ναρκωτικά, το σεξ και το αλκοόλ είναι το όχημα που μεταφέρει τις σκιές μέσα στην πόλη όλη τη νύχτα.
Δεν είναι εθισμός, είναι το χάδι για να μη νιώθουν μοναξιά. Για να την αντέχουν. Ας είναι βρώμικο το σεξ, ας είναι πρόστυχο και πληρωμένο. Αντέχεται. Πονάει λιγότερο απ’ τη μοναξιά.
Τα γυμνά κορμιά σου πονάνε τα μάτια όταν τα κοιτάζεις. Σου πονάνε την ψυχή. Δε στάζουν καύλα, στάζουν πόνο και αίμα. Μα δεν πονάνε τα ίδια.
Ο θεατής πονάει στη θέση τους. Τα πλάσματα της νύχτας έχουν ξεπεράσει τα όρια του πόνου πηδώντας από ταράτσες, μαχαιρώνοντας, μπαίνοντας στη φυλακή.
Τα πλάσματα της νύχτας έμαθαν να καταπίνουν αμάσητη την ψυχή τους, γιατί τρέμουν μη σκαλώσει στο κενό που έχουν ανάμεσα στα δόντια.
«Η Νύχτα» αντενδείκνυται γι’ ανθρώπους που έχουν ευαίσθητη όσφρηση και κλείνουν τη μύτη στη βρώμα που αφήνουν οι πληγές της σύγχρονης κοινωνίας. Αντενδείκνυται για ανθρώπους που δε ντρέπονται που ζουν μέσα σ’ αυτή.
Καθηλωτική η ερμηνεία των δύο πρωταγωνιστριών Σίσσυ Δουτσίου και Λίλη Τσεσματζόγλου.
Ευρηματική και αληθινή η σκηνοθετική ματιά του Τάσου Σαγρή.

Μαρία Φουσταλιεράκη

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

ΑΛΛΟΘΙ



Πρώτη φορά στη ζωή μου όταν άκουσα τη λέξη άλλοθι ήμουν μικρή, μαθήτρια στις πρώτες τάξεις του δημοτικού.
Μεγάλη εντύπωση μου 'χε κάνει και την άλλη μέρα στην τάξη, ρώτησα το δάσκαλο άλλοθι τι ακριβώς σημαίνει.
Εκείνος, θυμάμαι, πως εντυπωσιάστηκε που ένα οκτάχρονο παιδάκι ενδιαφερόταν τόσο πολύ για λέξεις που μεταχειρίζονται οι μεγάλοι όταν ψάχνουν συνένοχο στα προσωπικά τους εγκλήματα.
Από τότε, έπρεπε να περάσουν δεκαετίες ολόκληρες για να καταλάβω το ακριβές νόημα αυτής της λέξης.


Μαρία Φουσταλιεράκη 5-3-2017

ΑΝ ΠΡΟΣΠΟΙΕΙΣΑΙ ΠΩΣ ΑΓΑΠΑΣ


Σ' ένα κόσμο
που δεν προλαβαίνει
να αισθανθεί,
που' χει ξεχάσει
να νιώθει
κι όπου τον βγάλει,
ακόμα
κι αν προσποιείσαι
πως κάποιον αγαπάς,
έχει μια γλυκιά
κι αλλόκοτη αξία.


Μαρία Φουσταλιεράκη

Η ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΠΙΛΕΞΕΙΣ


Φτάνει η στιγμή που πρέπει να επιλέξεις.
Το περίμενες καιρό.
Νόμιζες πως θα 'ταν εύκολο.
Τώρα, στέκεσαι μπροστά σε μια στοίβα αναμνήσεις και συναισθήματα και τα κοιτάζεις ανήμπορος.
Από απόσταση όλα σου φαίνονται κατάλληλα.
Δε σου πάει καρδιά τίποτα ν' απορρίψεις.
Όσο προχωρά η ώρα, όλα σου φαίνονται αταίριαστα μεταξύ τους.
Θες όλα να τα κάψεις, όλα να τα ξεχάσεις και απλά να πας για καφέ.
Μετά σκέφτεσαι πιο ψύχραιμα.
Αναρωτιέσαι μήπως ν' αφήσεις την τύχη να επιλέξει αντί για σένα.
Είναι κι αυτή μια λύση όταν θολώνεις.
Άσε τον καφέ να κάνει το θαύμα του.
Μετά που θα επιστρέψεις, θα ξέρεις τι είναι άξιο να τυπωθεί.
Μεταξύ μας, το ‘ξερες απ' την ώρα της σύλληψης.


Μαρία Φουσταλιεράκη 4-3-2017

ΦΥΓΕ


Φύγε, θα πονέσεις μαζί του, ψιθύρισε ο άνεμος κι εσύ έστεκες ολόγυμνος στο κρύο να με προϋπαντήσεις.
Το κρύο παγώνει την καρδιά σαν είναι πεθαμένη, μα η δική σου βρυχάται ολοζώντανη μπροστά μου.
Ποτέ μου δε φοβήθηκα την παγωνιά και τους ψίθυρους του ανέμου.
Το σκοτάδι μόνο τρέμω, που ακόμα σ' επισκέπτεται τα βράδια.
Θέλει μαζί του να σε πάρει, να μη βλέπεις τα ξερόκλαδα που ακόμα καπνίζουν, μα έπαψαν από καιρό τα πόδια σου να καίνε.
Την ώρα που σε πλησίασα, από μακριά ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Κυνηγοί θα' ναι, με καθησύχασες όταν έκλεισα τα μάτια και κούρνιασα για να προφυλαχτώ μέσα στην αγκαλιά σου.
Που ήσουν τόσα πονεμένα χρόνια, με ρώτησες κι η φωνή σου χάιδευε αχόρταγα τα μαλλιά μου.
Έκανε υπομονή και σε περίμενε ώσπου να μεγαλώσει, απάντησαν τα δάχτυλά μου την ώρα που σ' άγγιζαν αχόρταγα στο πρόσωπο.
Λόγια έρωτα έκαιγαν τα χείλη μου να σου πουν.
Χάδια έρωτα πύρωναν τις παλάμες μου να σου δώσουν.
Εγώ, ήθελα τόσα πολλά να σε ρωτήσω.
Μα δε σε ρώτησα τίποτα.
Βουβή απολάμβανα τη γνώριμη θαλπωρή της αγκαλιάς σου.
Ολόγυμνη σε κοιτούσα στα μάτια και σου κρατούσα τα χέρια απ' τους καρπούς.
Το αίμα που έρεε καυτό, μου εξιστορούσε όλο το παρελθόν που είχες χωρίς εμένα.
Θα πονέσεις μαζί μου, φύγε, μου είπες και συ.
Έκλεισα τα μάτια, μα δεν έφυγα.
Είχα βολευτεί στην αγκαλιά σου.
Μου χάιδευες τα μαλλιά κι έτρεμε τόσο βαθιά η ψυχή σου.
Σε κοίταζαν τα μάτια μου, αυτά που αποκαλούσες μαγικά, κι έπινες μικρές γουλιές απ' το χαμόγελό μου.
Ήταν τόσο παράξενα εκείνη την ώρα που ξημέρωνε.
Τόσο όμορφα και μαγικά μαζί.

Σε νιώθω τόσο δικό μου κομμάτι, θυμάμαι πως μου είπες.
Σε νιώθω τόσο δικό μου κομμάτι, θυμάμαι πως σου είπα.


Μαρία Φουσταλιεράκη 3-3-2017

ΤΑ ΓΙΑΤΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ


Έπαψα από χρόνια ν' απαντώ στα γιατί της Μοίρας.
Έμαθα μονάχα να υπακούω στον Έρωτα.
Ξαφνικά όλα μπήκαν στη θέση που τους ταιριάζει.
Ξαφνικά όλα μπήκαν στη θέση για την οποία φτιάχτηκαν.
Όλα είναι σωστά τώρα.
Όλες οι αναμνήσεις που έχω είναι τόσο παλιές και αρχαίες.
Σα να γνωρίζω το φιλί σου από πάντα.
Σα να ζητάω το χάδι σου από πάντα.
Σα να ήμασταν από πάντα εμείς οι δυο ερωτευμένοι.


Μαρία Φουσταλιεράκη 3-3-2017

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕΣ ΝΑ ΜΕΓΑΛΩΣΩ


Σήμερα άκουσα για πρώτη φορά τη φωνή σου και το γέλιο της.
Παράξενο. Εγώ το θυμάμαι αυτό το γέλιο. Ήμασταν παιδιά, εκεί στη μακρινή πατρίδα σου.

Γέλασες μαζί μου και μου χάιδεψες τα μαλλιά όταν στάθηκα μπροστά σου με θάρρος και σου είπα, εσένα θα παντρευτώ όταν θα μεγαλώσω.
Ήμουν μια σταλιά κοριτσάκι τότε. Δε βιαζόμουν να μεγαλώσω. Απλά ήθελα να το ξέρεις για να με περιμένεις.

Εσύ αναγκάστηκες να γίνεις άνδρας πριν την ώρα σου. Στην ψυχή πρώτα έγινες άνδρας και μετά στο κορμί. Όλα νωρίς τα έκανες εσύ.
Ο χρόνος πάντα έπαιζε κρυφτό μαζί σου και συ τον κυνηγούσες με λύσσα.

Να προλάβεις. Ν' αγαπήσεις. Να ζήσεις. Να πονέσεις. Να ερωτευτείς.

Παράξενο ν' ακούω για πρώτη φορά σήμερα τη φωνή σου. Τη γνωρίζω αυτή τη φωνή.
Στην εφηβεία με μάλωνε που δε διάβαζα τα μεσημέρια, γιατί έτρεχα μετά το σχολείο στο ποτάμι. Έβγαζα τα παπούτσια και περπατούσα αντίθετα στο ρεύμα με το νερό να φτάνει ψηλά στα πόδια μου.
Κυνηγούσα τα ξερά φύλλα που ταξίδευαν τεμπέλικα τα ζεστά καλοκαίρια. Ήμουν παιδί και γελούσα με τα βατράχια και τα νερόφιδα που τρόμαζαν απ' τις πατούσες μου. Δε φοβόμουν τίποτα.

Αντάρτισσά μου, έτσι, με έλεγες.

Ακόμα ακούω τη φωνή σου όταν περνάω δίπλα από ποτάμια. Τώρα μεγάλωσα. Μα ακόμα κυνηγάω τα φύλλα και περπατάω κόντρα στο ρεύμα.

Δε σε παντρεύτηκα. Αθέτησα την υπόσχεσή μου. Ούτε εσύ με περίμενες να μεγαλώσω.

Περιμένω να συναντηθούμε ξανά. Θα μου χαμογελάσεις και θα μου χαϊδέψεις τα μαλλιά όπως τότε. Εκείνη τη στιγμή θα ξαναγίνω κοριτσάκι και συ θα γίνεις το παιδί που δεν πρόλαβες.


Μαρία Φουσταλιεράκη 1-3-2017