Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

ΝΤΡΟΠΗ ΕΚΡΑΖΑΝ ΟΙ ΚΑΡΓΙΕΣ


Ντροπή, έκραζαν οι κουτσομπόλες κάργιες καθισμένες αργόσχολα στα σύρματα όλο το πρωί.
Καχύποπτα κοίταζαν τους περαστικούς και ζήλευαν τους νέους που φιλιόντουσαν στα παγκάκια της πλατείας.

Ντροπή, επανέλαβε χωρίς να γνωρίζει το λόγο, κι ένας αρουραίος που βγήκε απ' τον υπόνομο.
Μια γρήγορη ματιά έριξε κι απροκάλυπτα έτρεξε να κλέψει όλα τα ψίχουλα των τρυφερών αναμνήσεων που έπεφταν απ' τα μαλλιά των ανθρώπων.

Ντροπή κι αίσχος κραύγαζαν οι νυν συντηρητικοί και πρώην μάχιμοι εραστές.

Το μόνο που τους έδινε πλέον ευχαρίστηση, ισάξια με την πάλαι ποτέ ερωτική, ήταν η ηδονική χαρά να νουθετούν τα ξένα φιλιά και τα προκλητικά χάδια.

Γκρίζος κόσμος με αναλαμπές φωτεινότητας η μικρή πλατεία των περιστεριών με τα σάπια φρούτα πεταμένα έξω απ' τους κάδους.

Ίδια μοίρα ζούσαν οι συντηρητικοί με τις κουτσομπόλες κάργιες και τους κλέφτες αρουραίους.

Ένας άστεγος που παρακολουθούσε με προσήλωση γύρω του, απ' την ουρά άρπαξε το τρωκτικό μόλις πέρασε από δίπλα και πανηγυρικά το στριφογύριζε για ώρα πάνω απ' το κεφάλι του.

Γεύμα θεσπέσιο το προόριζε να γίνει όταν θα ξημέρωνε γι' αυτόν Κυριακή.

Στο βρώμικο σάκο αναίσθητο το' βαλε και με μια κίνηση αστραπιαία άρπαξε μια κάργια απ' τα φτερά της.

Το πτηνό αιφνιδιάστηκε κι άνοιξε το στόμα να τον δαγκώσει.

Αυτή τη στρίγκλα την προόριζε γεύμα για τ' αδέσποτα σκυλιά.

Τ' αγαπούσε τα σκυλιά. Του θύμιζαν ένα δικό του που είχε μικρός.

Τότε που ήταν παιδί και δεν ήξερε πόσο κακός μπορεί να γίνει ο κόσμος.


Μαρία Φουσταλιεράκη 27-2-2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...