Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

ΚΑΗΜΟΥΣ ΝΑ ΦΥΤΕΨΕΙΣ

Καημούς να φυτέψεις, αφού τη γνώμη μου ζητάς.

Ανέξοδη παραγωγή θα' χεις και αξόδευτους καρπούς.

Εύκολο είναι, μη σκας.

Στο φύτεμα, στάσου στη μέση της γης και πέταξέ τους ψηλά. Με κλειστά μάτια. Μόνοι τους θα βρουν θέσεις ν' αναπαυτούν.

Και για το πότισμα μη νοιάζεσαι. Όποτε βρέξει θα πιουν, μ' ό, τι βρέξει θα δροσιστούν οι φλογισμένες ρίζες.

Μόνο πρόσεξε στη συγκομιδή. Μη βάλεις εργάτες.

Τους ρόζους τ' αφέντη μονάχα αναγνωρίζουν.

Όλους τους άλλους τους αγκυλώνουν.


Μαρία Φουσταλιεράκη 24-4-2017

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΜΕΡΑ


Παράξενη μέρα ξημέρωσε.

Δύστροπη ήταν απ' το βράδυ όταν προετοίμαζε ανόρεχτα την αυριανή εμφάνιση.

Μπερδεμένα όνειρα έβλεπε. Με παρέα το άγχος ξύπνησε.

Η κακοκεφιά ενίσχυσε στους εραστές το φλέγον ζήτημα της απόστασης.

Το φως της αυγής τρύπωσε στο δωμάτιο με τις ανοιχτές κουρτίνες.

Μπήκε κάτω απ' τα σκεπάσματα.

Φώτισε την αναμονή του έρωτα. Φώτισε ένα διψασμένο κορμί.

Φώτισε όλη την ακαταστασία του δωματίου και στο τέλος κάθισε στα μαλλιά της γυναίκας. Η ρίζα χρειαζόταν βάψιμο.

Στον καθρέπτη του μπάνιου αργότερα, ομολόγησε στις αγουροξυπνημένες ρυτίδες, πως τα καπρίτσια του χρόνου ποτέ δε θα κατάφερνε να τα συνηθίσει.

Είναι ακατόρθωτο να προβλέπει όλες τις λεπτομέρειες της ζωής. Πάντα κάποια της ξέφευγε.


Μαρία Φουσταλιεράκη 24-4-2017

ΚΑΡΓΙΕΣ ΠΟΥ ΤΡΕΦΟΝΤΑΙ ΜΕ ΑΜΦΙΒΟΛΙΕΣ


Κλέφτες γέμισε η πόλη μόλις βράδιασε. Έξυπνα πτηνά που ταξίδεψαν από μακριά χωρίς στιγμή να χάσουν τον προσανατολισμό τους.
Μεταμφιέστηκαν σε κάργιες μέσα σ' ένα εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο με πετυχημένες φορεσιές και φωνές.

Κάργιες έρχονται στ' αυτιά μου και προσπαθούν αμφιβολίες να μου ψιθυρίσουν.

Αυτές δεν είναι απ' τις συνηθισμένες κάργιες, τις κανονικές. Είναι αλλιώτικες. Μεταμφιεσμένες και μοχθηρές.

Δεν έρχονται για να κλέψουν, να ληστέψουν και ν' αποσπάσουν με πονηριά ό, τι τους γυαλίσει στο μάτι, δώρο να το πάνε στη φωλιά τους.

Δεν τους τρέφει ο χρυσός, δεν ορέγονται τα τιμαλφή απ' τα μπούστα των γυναικών ή τα χρυσά ρολόγια απ' τους καρπούς των ανδρών.

Τρέφονται από αμφιβολίες.

Μικρά σποράκια τους κουβαλούν στο στόμα κι έντεχνα τους φυτεύουν στ' αυτιά των ανθρώπων όταν χαλαρώσουν λιγάκι τις άμυνες και νιώσουν για μια στιγμή ευάλωτοι.

Κάργιες έρχονται στ' αυτιά μου και προσπαθούν μ' αμφιβολίες να τα γεμίσουν.

Μα εγώ, χωρίς φτερά να μου εμποδίζουν το πέταγμα, μακριά πετώ, με τα χέρια να καλύπτουν τ' αυτιά μου.

Τις αμφιβολίες έμαθα να τις φοβάμαι και με κάθε τρόπο ν' απομακρύνομαι από κοντά τους.

Μέσα απ' το τζάμι όλο το βράδυ τις παρακολουθώ. Άτιμες κάργιες.

Καρτέρι έχουν στήσει στους περαστικούς.

Τους σπόρους προσπαθούν με τερτίπια δωρεάν να χαρίσουν.

Μαρία Φουσταλιεράκη 22-4-2017

ΜΙΑ ΘΛΙΜΜΕΝΗ ΗΡΩΙΔΑ


Μια θλιμμένη ηρωίδα ήρθε δειλά κι απρόσκλητα χθες το βράδυ στο μυαλό μου. Με κοιτούσε επίμονα στα μάτια και χωρίς καθόλου να μιλά, κατάλαβα πως μου ζητούσε βοήθεια. Είχε πάρει την απόφαση πως ήρθε η ώρα να σπάσει τη σιωπή της.

Όχι για να σωθεί αυτή. Για την ίδια ήταν αργά για να κάνει πίσω. Ίσως όμως να προλάβαινε να σώσει άλλες γυναίκες σαν εκείνη. Καλές γυναίκες, με πολλά τραύματα κάτω απ' τα μακρυμάνικα ρούχα που φορούσαν χειμώνα - καλοκαίρι.

Σήμερα το πρωί, την ώρα που έπινα τον καφέ μου, ξανάρθε. Κάθισε απέναντί μου, έβγαλε τα γυαλιά ηλίου που έκρυβαν τους μώλωπες στο δεξί μάτι, άναψε τσιγάρο, ρούφηξε την πρώτη τζούρα και ξεκίνησε να μου μιλά με μια φωνή διστακτική, σαν μικρού κοριτσιού.

Είχε αναγάγει τη δικαιολογία σε τέχνη. Όχι πως ένιωθε καλλιτέχνης, μα χωρίς την ικανότητα να δικαιολογεί την ίδια τη ζωή, δύσκολα θα κατάφερνε να επιβιώσει. Ψυχικά.

Δεχόταν τη βία, την τιμωρία, την κακοποίηση του κορμιού και της ψυχής της στωικά, από τον άνθρωπο που είχε ορκιστεί σε Θεό κι ανθρώπους πως άνθρωπος δε θα τους χωρίσει.

Έτσι δικαιολογούσε τις εκρήξεις βίας του συντρόφου και πατέρα των παιδιών της. Πως δεν ήταν αυτός, ο Βασίλης της, ο άνθρωπος που ερωτεύτηκε κι εμπιστεύτηκε απ' την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε και την ερωτεύτηκε και κείνος με την πρώτη ματιά.

Όχι, δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος, αυτός ο θυμωμένος και βίαιος Βασίλης που την πονούσε όλο και συχνότερα, όλο και πιο δυνατά.

Η πίεση που δεχόταν έξω απ' το σπίτι, η αγωνία να προσφέρει στην οικογένεια μια καλή ζωή, ο σκληρός ανταγωνισμός στη δουλειά κι οι λανθασμένες συνεργασίες με συνεταίρους που συνέχεια τον έριχναν, τον μετέτρεπαν σε τέρας σιγά - σιγά.

Η Εύα είχε στην άκρη των χειλιών της μια δικαιολογία για όλους και για όλα. Για όλες τις άδικες συμπεριφορές των άλλων. Τον εαυτό της δεν τον είχε δικαιολογήσει ποτέ. Για το έγκλημα που διέπραττε καθημερινά απέναντί του.

Την ανοχή.


Μαρία Φουσταλιεράκη 19-4-2017

Ο ΛΕΚΕΣ ΣΤΟ ΧΑΛΙ


Το μεγάλο χαλί στο σαλόνι ανάμεσα στ' ανάγλυφα σχέδιά του, αποτύπωνε και το μεγάλωμα της οικογένειάς της.
Δε σκόπευε να τ' αλλάξει, όχι από τσιγκουνιά, κάθε άλλο παρά τσιγκούνα ήταν, μα από αγάπη.

Το μεγάλο χαλί του σαλονιού ήταν το φωτογραφικό άλμπουμ της φαμίλιας της. Ένα άλμπουμ γεμάτο με έγχρωμες αναμνήσεις.
Τα κρόσσια του είχαν μαδήσει με τα χρόνια και τα χρώματα είχαν θαμπώσει με τον καιρό.
Μικροί ανεξίτηλοι λεκέδες υπήρχαν διάσπαρτοι. Από μωρουδιακά ρεψίματα, από παιδικές νερομπογιές και από γατίσια νύχια.

Λογής περπατήματα τόσα χρόνια είχαν διασχίσει απ' άκρη σ' άκρη το άλλοτε πανάκριβο χειροποίητο απόκτημα.
Παντόφλες μαλακές που νανούρισαν μωρά με χαμηλωμένα φώτα και απαλή μουσική.

Επώνυμες γόβες που καμάρωσαν δίπλα σε ταιριαστές βραδινές τουαλέτες.

Καλογυαλισμένα ανδρικά λουστρίνια που νευρικά στήριζαν το βάρος του κορμού μια στο ένα και μια στο άλλο πόδι, ωσότου φτιαχτεί τέλειος ο κόμπος στη γραβάτα.

Παπούτσια των συγγενών, των συνεργατών, των πελατών, των αντίζηλων, των καλεσμένων της υψηλής κοινωνίας, όλα παρέλασαν απ' το μεγάλο χαλί του σαλονιού.

Καιρό τώρα, οι γόβες φυλάχτηκαν στο κουτί τους και οι γραβάτες μπήκαν στη βαλίτσα μαζί με τα κοστούμια.

Εκείνη, για μέσα στο σπίτι κράτησε τις μαλακές παντόφλες για να φορά ακόμα.
Στραβοπατημένες και ξεφτισμένες ήταν, σαν τα κρόσσια του μεγάλου χαλιού του σαλονιού, μα δεν είχε σκοπό να τις πετάξει και ν' αγοράσει καινούργιες.
Τις είχε αγαπήσει τώρα πια και κείνες είχαν πάρει με τα χρόνια το σχήμα από τα πέλματά της.

Θαρρείς και τα δύσκολα χρόνια βολεύονταν πιο εύκολα στα πόδια της όταν τις φορούσε.

Όταν είχε αϋπνίες τα βράδια, καθόταν κάτω στο χαλί και στήριζε την πλάτη της στην πολυθρόνα.
Χαμήλωνε τα φώτα, διάλεγε απαλή μουσική, έβαζε ένα ποτό κι έκλεινε τα μάτια. Παραδινόταν στις αναμνήσεις μιας ζωής και χαμογελούσε.
Απόψε, όπως αναπολούσε χαμογελαστή, σηκώθηκε απότομα και άνοιξε όλα τα φώτα στο σαλόνι.

Από τη μνήμη της ξύπνησαν γεγονότα που νόμιζε πως είχε ξεχάσει ή που πάσχιζε να ξεχάσει.

Το χαμόγελο μαράθηκε αμέσως στα χείλη της.

Άρχισε να ψάχνει με μανία, πεσμένη στα τέσσερα, για να βρει το λεκέ απ' το περιστατικό.

Θυμόταν ακριβώς που είχε γίνει. Όλο το βράδυ έτριβε με μανία να σβήσει το λεκέ απ' το αίμα.

Έσβησε το λεκέ, έσβησε και τη μελανιά απ' το λαιμό της την επόμενη μέρα.

Με την πανάκριβη πούδρα που της έκανε δώρο για την επέτειό τους.


Μαρία Φουσταλιεράκη 18-4-2017

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΕΡΑΣΜΕΝΩΝ ΕΠΟΧΩΝ


Έρχονται στιγμές που νιώθω 800 χρόνων. Όχι απ' τον κάματο και τα βάρη της ζωής. Παρόμοια βάσανα περνούμε λίγο πολύ όλοι οι άνθρωποι. Μα μου φαίνεται σα να έχω ζήσει αιώνες ως τώρα κι όχι μερικές δεκαετίες. Τα μάτια μου έχουν δει τον κόσμο ν' αλλάζει και να εξελίσσεται όχι απλά γρήγορα, μα με ιλιγγιώδη πρόοδο και ταχύτητα.

Γεννήθηκα το 1970 και έζησα μέχρι τα οκτώ μου χρόνια σ' ένα μικρό χωριό της Κρήτης που ούτε σύστημα ύδρευσης δεν είχαμε μέσα στα σπίτια. Γεμίζαμε μεγάλα πλαστικά μπιτόνια με πόσιμο νερό και τα κουβαλούσαμε με τα γαϊδούρια απ' την κοινόχρηστη βρύση που βρισκόταν αρκετά έξω απ' το χωριό. Το νερό κατέβαινε απ' τα βουνά και ήταν καθαρό, νόστιμο και πάντα δροσερό.

Οι μανάδες μας τα βρώμικα ρούχα τα έπλεναν στο ποτάμι. Με στάχτη απ' την παρασιά (τζάκι μέσα στο σπίτι) και πράσινο σπιτικό σαπούνι. Μετά σαπούνιζαν γενναία και μας. Εμείς τα παιδιά το' χαμε για εκδρομή κάθε φορά κι όταν είχε καλό καιρό πλατσουρίζαμε με τις ώρες μες στο ποτάμι, όχι στα βαθιά, ξέραμε από μικρά τους κινδύνους. Παίζαμε, τρέχαμε, κυνηγούσαμε βατράχια, χέλια και καβρούς (καβούρια).

Μια φορά θυμάμαι, έπιασα ένα θηλυκό ετοιμόγεννο καβούρι. Σήκωσα προσεκτικά την κοιλιά του κι από μέσα ξεπήδησαν δεκάδες μικροσκοπικά καβουράκια. Στο χωριό ανακαλύπτεις εύκολα πως η φύση είναι μαγική.

Στο ίδιο ποτάμι που πλέναμε τα ρούχα, κάναμε μπάνιο και παίζαμε, έπιναν νερό και τα ζωντανά μας. Τα πρόβατα, τα κατσίκια και τα γαϊδούρια. Μας είχαν μάθει πως αν το νερό περάσει από δέκα πέτρες, καθαρίζει και έτσι μπορούμε να το πιούμε άφοβα.
Παρατηρούσαμε λοιπόν σε ποιο σημείο του ποταμιού θα πιει ο γάιδαρος νερό και πηγαίναμε μπροστά του. Τα γαϊδούρια είναι τα πιο καθαρά ζώα, δεν πίνουν όταν δεν είναι πεντακάθαρο το νερό.

Όταν δε μπορούσαμε να κάνουμε μπάνιο στο ποτάμι λόγω εποχής, η μάνα, μας έκανε μπάνιο μια φορά τη βδομάδα στη σκάφη. Καταμεσής της αυλής, με νερό που ζέσταινε σε μεγάλα τσικάλια (κατσαρόλες).

Ούτε νερό, ούτε όμως και ρεύμα είχαμε τότε στο χωριό.
Τα μαγειρεμένα φαγητά τα διατηρούσαμε στο φανάρι για να μην τα φτύσουν οι μύγες και το καλοκαίρι αποξηραίναμε διάφορα φρούτα και μαζεύαμε καρπούς για να τα τρώμε όλο το χειμώνα.
Όταν βράδιαζε άναβαν οι λάμπες, λουξ τα λέγαμε και η βραδινή διασκέδαση ήταν το αποσπέρισμα στις αυλές των σπιτιών. Με κουβέντα, φαγοπότι και μουσική αν ήταν κάποια γιορτή.
Όταν ήρθε το ρεύμα ήρθε και η τεχνολογία, η ασπρόμαυρη τηλεόραση. Στο μικρό μου χωριό, τη Φυλακή το οποίο σήμερα είναι χαρακτηρισμένο ως παραδοσιακός οικισμός, καθυστέρησε αρκετά να έρθει ο "πολιτισμός".

Στο σπίτι μας είχαμε πάρει την πρώτη τηλεόραση και κάθε βράδυ μαζεύονταν οι γειτόνοι για να δουν. Τότε δεν ήταν 24ωρο το πρόγραμμα. Αν θυμάμαι καλά ως τα μεσάνυχτα είχε τηλεόραση.
Τις ειδήσεις τις πρόβαλαν στις 9. Αυτό το θυμάμαι καλά γιατί ήταν η ώρα που πηγαίναμε για ύπνο τα μικρά παιδιά. Χωρίς αντιρρήσεις, χωρίς δωροδοκίες, χωρίς μαλώματα και διαπραγματεύσεις. Μόλις ακούγαμε τη μουσική έναρξη των ειδήσεων τρέχαμε αμέσως στα κρεβάτια μας.

Πολλά ευτράπελα γίνονταν μόλις απομακρυνόμασταν εμείς τ' ανήλικα. Τα μάθαμε πολλά χρόνια αργότερα. Τις εποχές εκείνες οι ζωές των παιδιών δεν μπερδεύονταν μ' αυτές των μεγάλων. Χωρίς να γνωρίζουν επιστημονικές μεθόδους ανατροφής αυτοί οι σχεδόν αγράμματοι άνθρωποι, ήξεραν πως να μας προστατεύουν. Από ένστικτο.

Όταν μεγάλωσα, έμαθα πως ένα βράδυ που βλέπανε μια ελληνική ταινία, η πρωταγωνίστρια τους εντυπωσίασε γιατί ήταν πολύ όμορφη και φορούσε ένα κοντό και προκλητικό για τα ήθη του χωριού φόρεμα. Αντί όμως να σοκαριστούν οι άνδρες, έσκυβαν τα κεφάλια τους χαμηλά στην τηλεόραση για να δουν αν φοράει εσώρουχο.

Φαντάζομαι πόσο ζωντανά, προκλητικά και καινούργια τους φαίνονταν όλα αυτά που έβλεπαν στο κουτί όπως το' λεγαν.
Και μένα μου φαίνονταν όλα ζωντανά και αληθινά όσα έβλεπα.

Μια φορά που έβλεπα μια ταινία μαζί τους, μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια σκηνή. Θα' μουνα 6-7 χρονών, όχι παραπάνω, και είδα να φιλιούνται στο στόμα ένας άνδρας με μια γυναίκα. Σίγουρα ήταν το πρώτο φιλί που έβλεπα στη ζωή μου. Κοιτούσα με μεγάλη περιέργεια και μάλλον με αγωνία, γιατί μου είπαν πως φώναξα έντρομη και δυνατά "θα την εφάει!"
Όλοι γέλασαν φυσικά με την αθωότητά μου.

Όταν τ' αναπολώ όλα αυτά, έρχονται στιγμές που δεν πιστεύω πόσο τεράστια τεχνολογική πρόοδο έχω ζήσει σε λιγότερο από μισό αιώνα ζωής.

Από το νερό στο ποτάμι, το λουξ, την εξερεύνηση της φύσης, στο σήμερα.

Στην εξερεύνηση ολόκληρου του πλανήτη μέσα από μια οθόνη υπολογιστή και μερικά κουμπιά.

Αν αποδειχτεί τελικά θαύμα ή κατάρα η τόση πρόοδος δεν ξέρω. Το μέλλον θα δείξει.

Εγώ πάντως νιώθω Μαθουσάλας αναφορικά με την τεχνολογική πρόοδο που έχω ζήσει.


Μαρία Φουσταλιεράκη 15-4-2017

ΚΑΠΟΤΕ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


Τέτοια μέρα, τα παλιά χρόνια στην Κρήτη, είχαμε πένθος στο σπίτι μας. Σε κάθε σπίτι είχανε πένθος.
Αν και μικρά παιδάκια, καταλαβαίναμε και νιώθαμε πως είναι θλιβερή μέρα η σημερινή.

Η μάνα, μας έλεγε πως δεν έκανε να κάνουμε μπάνιο και κυρίως πως δεν έκανε να λούσουμε τα μαλλιά μας. Τρέμαμε μη λερωθούμε γιατί ό, τι και να γινόταν, μπάνιο δεν κάναμε.

Από φαγητό, νηστεύαμε όλη τη μεγαλοβδομάδα από κρέας και σήμερα νηστεύαμε και το λάδι. Χόρτα αλάδωτα, βραστά όσπρια και ψωμί ήτανε το φαγητό μας. Το τηρούσαμε πιστά.

Οι νοικοκυρές φουρνίζανε μοσχομυριστά λαπροκούλουρα και δεν τολμούσαμε ν' απλώσουμε το χέρι να πάρουμε ένα, όχι γιατί θα μας έδερνε η μάνα, που θα μας έδερνε, αλλά γιατί αυτό το "δεν κάνει" είχε φωλιάσει στην καρδιά μας και δεν παρακούαμε ούτε τη μάνα, ούτε το Χριστό.

Στολίζαμε τον επιτάφιο με λουλούδια απ' τους αγρούς, όλες οι γυναίκες μαζί και τα μικρά παιδιά, αγόρια κορίτσια. Τα χρώματα και οι μυρωδιές αγαλλιάζανε το μέσα μας.

Τους άνδρες δεν τους θυμάμαι να συμμετέχουν στον επιτάφιο, είχανε δουλειές στα χωράφια. Τους θυμάμαι μόνο πως ασχολούνταν με το σφάξιμο και το γδάρσιμο των αρνιών.

Αργότερα μετακομίσαμε και μεγάλωσα στην πόλη. Με τυποποιημένες λατρείες που με τα χρόνια ξεχάστηκαν μέχρι και οι επισκέψεις στην εκκλησία.

Μου λείπει αυτή η λαμπριάτικη ατμόσφαιρα του χωριό. Μου λείπει αυτή η κατάνυξη που τη νιώθαμε βαθιά ως το μεδούλι.

Όσο γερνά ο άνθρωπος, (όσο κι αν μας ξενίζει το ρήμα, αυτό συμβαίνει) , έχει την ανάγκη να επιστρέψει σε γνώριμες, σε αθώες μνήμες και γεύσεις.

Ίσως για να παρηγορήσει τον εαυτό του πως δε γεννήθηκε αμαρτωλός.


Μαρία Φουσταλιεράκη 14-4-2017

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΕΘΥΜΗΣΑ ΝΑ 'ΜΟΥΝ ΞΑΝΑ ΠΑΙΔΙ


Αυτή την εποχή πεθύμησα να 'μουν ξανά παιδί.
Ήθελα να τριγυρίζω σαν τη σφήκα στην κουζίνα, στα πόδια της μάνας και να την τραβώ απ' τα φουστάνια.
Να τη ρωτώ συνέχεια πότε θα ψηθούν τα κουλουράκια και γιατί αργεί να φουσκώσει η ζύμη για τα τσουρέκια.
Τα χεράκια μου να προσπαθούν να φτιάξουν όμορφα σχέδια στ' αυγά με φύλλα και λουλούδια και μονίμως να ‘μαι πασαλειμμένη μ' αλεύρι, εκεί ψηλά, ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου για να φτάνω τον πάγκο.
Πεθύμησα Πάσχα στο χωριό. Αλλά πάλι να 'μουν παιδί.
Τις γυναίκες να βοηθώ ν' ασπρίσουν τα πεζούλια μέχρι ν' αστράψουν και στην εκκλησία να τις ακολουθώ με την κεντημένη μου ποδιά, για να καθαρίσω μαζί τους τα μανουάλια κι όλα τ' άγρια χόρτα απ' τους τάφους.
Όταν είσαι παιδί, η ζωή κι ο θάνατος είναι τελείως φυσιολογικά. Μεγαλώνοντας, φόβοι μπαίνουν ανάμεσά τους και χάνεται μέρος της μαγείας.
Άμα κλείσω τα μάτια μυρίζω το Πάσχα των παιδικών μου χρόνων. Μυρίζει αθωότητα και φρέσκο βούτυρο.


Μαρία Φουσταλιεράκη 13-4-2017

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΧΡΟΝΟΣ


Οι σκέψεις μου βάρυναν σήμερα έτσι όπως έβλεπα μέσα απ’ το τζάμι τα μουντά σύννεφα που ερχόταν από μακριά και έφερναν βροχή. Δε με νοιάζει όταν βρέχει. Την αγαπώ τη βροχή. Με νοιάζει όμως που τα σύννεφα μου κρύβουν τον ήλιο.

Τον χρειάζομαι τον ήλιο για να σκέφτομαι περισσότερο καθαρά. Σα ρίζες που λιάζονται είναι οι σκέψεις μου τις βροχερές μέρες. Οι ρίζες μπορεί να μη βλέπουν τον ήλιο, αλλά τον νιώθουν. Επειδή δε βλέπουμε κάτι δε σημαίνει πως δεν υπάρχει κι όλας.

Σήμερα το πρωί ήπια τον καφέ μου μπροστά στο παράθυρο. Βλέποντας τη βροχή να πιτσιλάει τα πεζοδρόμια και τους βιαστικούς περαστικούς. Εγώ στεκόμουν όρθια στο παράθυρο και τους χάζευα. Μ’ αρέσει να χαζεύω τους ανθρώπους και να φαντάζομαι ιστορίες γι’ αυτούς.

Μια γυναίκα μου κέντρισε έντονα τη ματιά. Μια γυναίκα νέα που περπατούσε αφηρημένη. Ομπρέλα δεν κρατούσε, μα δε φαινόταν να τη νοιάζει αν χαλούσαν τα μαλλιά της. Είχε όμορφα μαλλιά, πολύ περιποιημένα.

Στάθηκε για ώρα μπροστά σε μια βιτρίνα και κοιτούσε επίμονα κάτι. Ήταν μακριά για να διακρίνω το αντικείμενο της προσήλωσής της.

Υποθέσεις μονάχα μπορούσα να κάνω. Η βιτρίνα είχε γυναικεία αντικείμενα και ήταν καλόγουστη.
Κι γω στέκομαι συχνά μπροστά της και θαυμάζω τα γυναικεία αξεσουάρ και τα υπέροχα ρολόγια της.
Ειδικά ένα ροζ ρολόι με μεγάλο καντράν μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση. Όχι μόνο εντύπωση για να είμαι ειλικρινής, μου έχει πάρει τα μυαλά εδώ και καιρό.
Όποτε περνάω τον απέναντι δρόμο και το κοιτάζω, η παρόρμησή μου κοντεύει να με λυγίσει και είμαι έτοιμη να μπω μέσα και να το αγοράσω.

Έχω φτάσει μέχρι το σημείο ν’ αγγίξω το χερούλι της πόρτας για να μπω μέσα στο κατάστημα, μα αντιστέκομαι και δε μπαίνω. Δεν είναι το υψηλό του κόστους το θέμα που δεν τ’ αποφασίζω. Η τιμή του είναι προσιτή.

Διαφορετικός είναι ο λόγος που αντιστέκομαι στην παρόρμησή μου.

Δε φοράω ρολόγια. Ποτέ δε φόρεσα. Αρνούμαι κάτι έξω από μένα να μετρά το δικό μου χρόνο.

Φυσικά και είναι χρήσιμο να γνωρίζω ανά πάσα στιγμή τι ώρα είναι. Διαφορετικά δε θα μπορούσα να συνεννοηθώ με τους ανθρώπους για τις συναντήσεις μας ή για τις υποχρεώσεις μου.

Μα νιώθω πως αν φορέσω ρολόι στον καρπό μου πως θα μου αποσυντονίσει τους φυσικούς μου σφυγμούς.
Ή στη χειρότερη περίπτωση θα μου τους κλέψει και θα πεθάνω.
Το ρολόι θα χτυπά έξω απ’ το κορμί μου, οι σφυγμοί μου θα χτυπούν ταυτόχρονα μέσα στο κορμί μου και γω φοβάμαι πως θα μπερδευτώ και θα ρεζιλευτώ στις πεποιθήσεις μου.
Αν φορέσω ρολόι, ο χρόνος θα μου κλείνει το μάτι πονηρά κάθε δευτερόλεπτο και θα μου λέει πως έγινα τελικά αυτό που φοβόμουν περισσότερο.

Πως έπαψα να ‘μαι ονειροπόλα και αφηρημένη, σαν τη γυναίκα με τα περιποιημένα μαλλιά, και πως έγινα συγκεκριμένη και καταναγκαστικά προγραμματισμένη.
Αυτό είναι κάτι που το τρέμω και το μισώ ταυτόχρονα.
Η γυναίκα με τα όμορφα μαλλιά συνεχίζει να στέκεται μπροστά στη βιτρίνα και να κοιτά, κι γω συνεχίζω να πλάθω ιστορίες για κείνη. Ακόμα βρέχεται, μα δεν τη νοιάζει.

Αναρωτιέμαι αν τη μάγεψε κι κείνη το ροζ καντράν του ρολογιού με τους κομψούς δείκτες που σε παραπλανούν και σε κάνουν να πιστεύεις πως ο χρόνος περνά όταν μετριέται από κάτι άλλο έξω από σένα τον ίδιο
Εγώ το χρόνο τον μετράω μέσα μου. Χωρίς χτύπους ρολογιών. Μονάχα με τους χτύπους της καρδιάς.

Ακανόνιστα χτυπάει η δική μου καρδιά. Ανάλογα με τις σκέψεις και τα ερεθίσματα που μεταφράζω σε συναισθήματα πριν τα βάλω μέσα μου.

Μ’ αρέσει πολύ να παρατηρώ τους περαστικούς ανθρώπους μέσα απ’ το παράθυρό μου.
Μ’ αρέσει να πλάθω ιστορίες μ’ αυτούς τους άγνωστους για πρωταγωνιστές.
Μ’ αρέσει που μου κρατούν συντροφιά όσο πίνω τον καφέ μου, κι ας μην τους γνωρίζω. Κι ας μη μάθουν ποτέ πως μέσα σ’ όλα τ’ άλλα που έκαναν σήμερα που έβρεχε, ήπιαν καφέ ελληνικό ερήμην τους.
Συντροφιά με μια άγνωστη ονειροπόλα που τους έκανε σήμερα πρωταγωνιστές στις σκέψεις και στα τετράδιά της.


Μαρία Φουσταλιεράκη 13-4-2017

ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ ΝΑ ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ


Κουράστηκα να σε σκέφτομαι και να μην τολμώ να γράψω για σένα.
Γράφω για πολλά, όμως όχι για σένα. Τα δάχτυλα στο χέρι μουδιάζουν κάθε φορά που ξεκινώ με γράμμα που έχει μέσα τ’ όνομά σου.
Την παρόρμηση την έχω. Και την επιθυμία επίσης. Και μάλιστα έντονη. Μα δεν τολμώ. Γράφω μερικές γραμμές και σταματώ.

Τις διαβάζω και ξινίζει το βλέμμα μου.

Φτωχές μου φαίνονται και άνοστες. Σαν κακογραμμένα αισθηματικά τσέπης. Τις σβήνω με μανία και ξαναρχίζω. Πάλι δε με ικανοποιεί αυτό που διαβάζω.

Δε μπορώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει. Μέσα μου οι λέξεις που σε περιγράφουν είναι τόσο εντυπωσιακές και φανταχτερές. Έχουν χρώματα, γεύσεις και αρώματα μοναδικά.

Μόλις κλείνω τα μάτια και σε θυμάμαι, το δωμάτιο ταξιδεύει και με παίρνει μαζί του. Φοράω άνετα ρούχα για το ταξίδι, πάντα λευκά και σ’ ακολουθώ στα τυφλά.

Καμιά φορά περνάνε ώρες μέχρι ν’ ανοίξω πάλι τα μάτια μου και να βρεθώ μόνη στο κρεβάτι.
Εκεί προσπαθώ να γράψω μερικές αράδες για σένα. Για να σου τις στείλω. Θέλω να’ χουν τη μυρωδιά απ’ τα σεντόνια μου.
Σήμερα έστρωσα εκείνα που σ’ άρεσαν. Τα βάφτισες αγαπημένα σου, θυμάσαι;

Και το φαγητό που ετοίμασα σήμερα ήταν το πιο αγαπημένο σου απ’ όλα. Εμένα ποτέ δε μ’ άρεσε, αλλά δε στο αποκάλυψα ποτέ. Έκανα πως μ’ άρεσε γιατί άρεσε σε σένα.
Φρέσκα τα έχω όλα στο μυαλό μου όσα σε αφορούν. Θέλω τόσο πολύ να στα γράψω. Θέλω τόσο πολύ να στα θυμίσω.
Φοβόσουν πως θα σε ξεχάσω τώρα που έπρεπε να φύγεις. Πίστευες πως θα βρω άλλον για ν’ αγαπήσω. Εγώ δεν απαντούσα.

Δεν εμπιστεύομαι τα λόγια. Τα παίρνει ο αέρας και τα πάει όπου θέλει. Εμπιστεύομαι το χαρτί και το μελάνι.

Από τη μέρα που έφυγες δίπλα στο κομοδίνο μου έχω ένα γεμάτο τετράδιο με μουτζούρες. Δεν ήταν πάντα μουτζούρες.
Ήταν όλες μας οι λέξεις. Όλα μας τα αισθήματα. Όλα μας τα γέλια. Όλες οι εκδρομές και τα ταξίδια μας.

Έγραφα στο τετράδιο κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ κλαμένη. Πονούσε το χέρι μου, μα εγώ συνέχιζα.

Σκόπευα να σου ταχυδρομήσω το τετράδιο, μα τώρα δε μπορώ. Είναι άδειο από σελίδες. Τις έσκισα όλες. Μπερδεύτηκαν οι μουτζούρες με τις λέξεις και τώρα δε βγαίνει νόημα.

Τώρα δεν έχω αποδείξεις να με πείσω πως υπήρξες. Κανείς δε μπορεί να ‘ναι αληθινός αν δεν υπάρχουν σημάδια από μελάνι πάνω του.

Κουράστηκα να σε σκέφτομαι και να μη μπορώ να στο πω.

Πέρασε τόσος καιρός, γράφτηκαν και σκίστηκαν πολλά τετράδια. Το κομοδίνο μου είναι πια νεκροταφείο αναμνήσεων. Αναμνήσεων πικρών.

Ίσως ποτέ δεν έφυγες από κοντά μου. Ίσως να πέθανες κι εγώ να μη μπορώ καθόλου να το αποδεχτώ.


Μαρία Φουσταλιεράκη 30-3-2017

ΕΠΑΨΑ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ


Έπαψα από καιρό να περιμένω
τα κόκκινα χαλιά φυλαγμένα
τα βάζα άδεια από λουλούδια
τ' ασημικά χλώμιασαν αγυάλιστα
τα προικιά φαγώθηκαν από σκόρους

Να ξεσκονίσω αύριο,
χρόνια έχει να' ρθει επισκέπτης στο σπίτι.

Τώρα που το θυμήθηκα, να κοιτάξω στο πατάρι,
μου φαίνεται πως έχω λουλούδια φυλαγμένα.


Μαρία Φουσταλιεράκη 12-4-2017