Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ Η ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ


Μέσω της μουσικής είχα εξασκήσει την αρετή της υπομονής. Στο σπίτι, αντί γι' άνθρωπο να μου κάνει παρέα ή κατοικίδιο να χαϊδεύω, είχα ένα παλιό ραδιόφωνο να με συντροφεύει. Ούτε θυμάμαι από πότε το είχα αγοράσει.
Τις μέρες που δεν προλάβαινα να βγω στον έξω κόσμο, η μουσική έπαιζε όλη μέρα.
Εκείνη την εποχή εργαζόμουν στο σπίτι. Πάνω σε μπερδεμένες λέξεις και σε φράσεις που 'χαν χάσει τον προσανατολισμό τους.

Έπρεπε να παρατηρώ προσεκτικά για να τις βρω, κρυμμένες κάτω από τόνους και ανάμεσα σε άνω τελείες και ερωτηματικά. Όταν τις εντόπιζα, χτυπούσε η καρδιά μου δυνατά από συγκίνηση. Τις έπαιρνα απαλά απ' το χέρι και τις έβαζα προσεκτικά σε καταλληλότερη θέση ν' αναπαυτούν.

Τη δουλειά μου την έκανα πάντα με συνοδεία μουσικής. Διάλεγα ρυθμούς που δε μου αποσπούσαν την προσοχή με τη βαρβαρότητά τους και απέφευγα στίχους που γνώριζα γιατί με παρέσυραν να σιγομουρμουρίζω.

Το ραδιόφωνο ήταν παλιό, μα δε σκόπευα να το αντικαταστήσω. Το είχα συνηθίσει και με είχε συνηθίσει κι αυτό. Είχα δεθεί μαζί του.
Συχνά, στον αρμονικό ήχο της μελωδίας που άκουγα, εισέβαλαν παράσιτα, μυστήριο από που, και με αποσπούσαν βάναυσα απ' τις λοξοδρομημένες λέξεις. Τις λέξεις και τις φράσεις στα κείμενα που μου εμπιστεύονταν επίδοξοι γραφιάδες.

Τα παράσιτα μ' έβγαζαν απ' το μαγικό κόσμο της δημιουργικής γραφής και μου προκαλούσαν μια κάποια αναστάτωση.
Αναγκαστικά, άφηνα κάτω το στυλό διαρκείας που σημείωνα και σηκωνόμουν να διορθώσω τον ήχο. Το ραδιόφωνο ήταν παλιό και τεχνολογικά παλιακό. Η ρύθμιση γινόταν μονάχα με το χέρι.
Έπρεπε με ακρίβεια χειρουργού να βρω ένα ακριβές σημείο, γυμνό από παράσιτα. Πολλές φορές έπρεπε να περάσει ώρα ώσπου να πετύχω την καλύτερη δυνατή ποιότητα ήχου.

Τις μέρες που η ατμόσφαιρα έξω απ' το σπίτι ήταν ανοιξιάτικα ζεστή και άφηνα τα παράθυρα ανοιχτά να μπαίνει το φως του ήλιου, χρειαζόταν να σηκωθώ ίσαμε είκοσι φορές για να διώξω τα παράσιτα απ' το παλιό μου ραδιόφωνο.
Το έκανα κάθε φορά με υπομονή. Δε νευρίαζα, δεν εκνευριζόμουν που οι διακοπές μου χαλούσαν την προσήλωση. Δε θύμωνα, ακόμα κι αν βρισκόμουν σ' ένα κρίσιμο σημείο και έπρεπε αναγκαστικά να διακόψω.
Σε μια στιγμή δηλαδή που εντόπιζα μια παράταιρη φράση, κρυμμένη επιμελώς στην προτελευταία παράγραφο ενός κειμένου που μιλούσε για θάνατο ή για έρωτα.

Το στυλό το άφηνα απ' τα χέρια μου πάντα αργά το μεσημέρι. Χρόνια ακολουθούσα ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα εργασίας. Απ' την ώρα που ξημέρωνε, κοιμόμουν νωρίς κάθε βράδυ, ως αργά το μεσημέρι, έγραφα και έσβηνα γράμματα, λέξεις, φράσεις και νοήματα.
Έπειτα, έκλεινα το ραδιόφωνο, τέντωνα τον πονεμένο σβέρκο και έτριβα τον πιασμένο καρπό μου. Έτρωγα κάτι, έπινα ένα ποτήρι χυμό και ξάπλωνα ανάσκελα στο κρεβάτι με κλειστά τα μάτια για να μπορέσουν ν' αναπαυτούν κι αυτά.

Οι λέξεις, στις στοίβες με τις τυπωμένες σελίδες, έβρισκαν ευκαιρία από την απουσία μου, να κάνουν κατάληψη στο σπίτι. Ήταν πανέξυπνες.
Έκαναν απόλυτη ησυχία για να μην τις ακούσω, ξεκολλούσαν προσεκτικά μία - μία απ' το χαρτί, αφήνοντας στη θέση τους ένα διακριτικό βαθούλωμα, και έβγαιναν απ' την ανοιχτή μπαλκονόπορτα για να καλέσουν τους φίλους τους τα παράσιτα να παίξουν. Ο ύπνος μ' έβρισκε κάθε μεσημέρι με το χαμόγελο στα χείλη.


Μαρία Φουσταλιεράκη 22-5-2017

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

ΣΠΙΡΤΟ ΚΑΙ ΚΑΝΕΛΛΑ


Η μυρωδιά του σπίρτου μ' έκανε ενστικτωδώς να κλείσω τα μάτια και ν' ανοίξω τα ρουθούνια. Φυσούσε ελαφρά. Ο αέρας έφερε ένα ακόμα μακρινό απομεινάρι της μυρωδιάς.
Ακόμα κι αυτή η ανεπαίσθητη ριπή μνήμης ήταν ικανή να μου αναστατώσει την προσήλωση στο τρεχούμενο με νερά τοπίο. Αναστέναξα. Δε θα επέτρεπα στα συναισθήματα να ξυπνήσουν.
Σε γλυκιά νάρκη τα' χα κοιμίσει εδώ και χρόνια.

Θα περάσει κι αυτό, είπα στον εαυτό μου και αναστέναξα πιο σιωπηλά αυτή τη φορά. Πλήρωσα βιαστικά και σηκώθηκα. Η μυρωδιά της κανέλας ήταν το ίδιο μεθυστική μ' αυτή του σπίρτου. Λυπήθηκα που άφησα άθικτο όλο τον καφέ που βρισκόταν από κάτω της, αλλά έπρεπε ν' απομακρυνθώ αμέσως από κει.

Φεύγοντας, έστρεψα το βλέμμα στα τραπέζια. Ήθελα να εντοπίσω την πηγή της αναστάτωσης.
Μια μεγάλη παρέα συζητούσε έντονα. Ένας, άναψε το τσιγάρο του μ' ένα σπίρτο.
Δεν άκουγα τί έλεγαν, μα αν κρίνω απ' τα ρούχα και τις κινήσεις, σίγουρα μιλούσαν για πολιτική, για τράπεζες, για χρήματα, για στόχους και για επενδύσεις.

Άλλαξα μεριά.
Στο απέναντι τραπέζι ένα νεαρό ζευγάρι μιλούσε χαμηλόφωνα. Εκείνος, την είχε πάρει αγκαλιά και τη φιλούσε τρυφερά στα χείλη. Που και που της έδινε ένα πεταχτό φιλί σ' ένα γυμνό σημείο στην πλάτη.

Χαμογέλασα. Έτσι γίνεται πάντα, σκέφτηκα. Κάπως έτσι διατηρείται η ισορροπία στον πλανήτη.


Μαρία Φουσταλιεράκη 21-5-2017

ΕΠΙΜΟΝΑ ΜΟΥ ΖΗΤΑΕΙ ΕΡΩΤΑ Η ΜΕΡΑ


Έξω βρέχει.
Ο ήχος της βροχής μπαίνει μέσα απ' τις γρίλιες του παραθύρου και με νανουρίζει. Δε θέλω ακόμα να σηκωθώ απ' το κρεβάτι.
Επίμονα μου ζητάει έρωτα η μέρα για να ξεκινήσει, μα εγώ, χρόνια έχει που τον απαρνήθηκα.
Μια τέτοια μέρα, βροχερή, τον εγκατέλειψα την ώρα που κοιμόταν.
Σκέφτηκα πως αν έφευγα πριν ξημερώσει, δεν θα χρειαζόταν να δώσω εξηγήσεις στο αναστατωμένο κρεβάτι.
Μ' αρέσει έτσι που με νανουρίζει η βροχή. Τυλίγομαι στη μαλακή κουβέρτα μου και ονειρεύομαι. Δεν είναι μόνο ο ήχος της που μου ξυπνά τις μνήμες. Είναι και οι μυρωδιές που κουβαλά μαζί της. Αυτές τις μυρωδιές παίρνω αγκαλιά και αρχίζω να ονειρεύομαι.


Μαρία Φουσταλιεράκη 16-5-2017

ΗΘΕΛΑ ΝΑ’ ΧΩ ΠΟΛΛΑ ΧΡΗΜΑΤΑ ΑΠΟΨΕ


Ήθελα να 'χω πολλά χρήματα απόψε στο πορτοφόλι μου. Για να μπορώ να πω στον ταξιτζή να συνεχίσει να οδηγεί μέχρι να κουραστεί.
Μετά θα του ζητούσα να βάλει τραγούδια στο ραδιόφωνο. Θα' θελα να 'χαν μελωδίες μελαγχολικές, απ' αυτές που μ' αρέσει ν' ακούω όταν ταξιδεύω. Θα τον παρακαλούσα να μη μου μιλάει, μονάχα να συνεχίσει να οδηγεί.

Εγώ, στο πίσω κάθισμα θα καθόμουν και θα κοίταζα έξω. Το δεξί μου χέρι θα στήριζε το κεφάλι μου στο παράθυρο. Θα ονειροπολούσα και θα σκεφτόμουν.
Θ' άκουγα τα λυπημένα τραγούδια και κάθε μερικά μέτρα δρόμου θ' άφηνα λεύτερη μια σκέψη στην άσφαλτο.

Πρώτα θα ελευθέρωνα αυτές που 'χω φυλακισμένες πολύ καιρό.
Τις ένιωθα να διαμαρτύρονται. Δεν τους άρεσε που τις κρατούσα σε ομηρία παρά τη θέλησή τους. Πάλιωναν, όρθιες και στριμωγμένες.

Μακάρι να είχα πολλά χρήματα απόψε.
Όταν θα κουραζόταν να οδηγεί ο ταξιτζής, θα του 'λεγα πως θέλω να κατέβω. Θα τον πλήρωνα με τα πολλά χρήματα που θα 'χα στο πορτοφόλι μου και θα 'βρισκα ένα μοναχικό ξενοδοχείο. Μάλλον θα κόντευε να ξημερώσει.

Ρούχα δεύτερα, εξόν απ' αυτά που θα φορούσα, δε θα 'χα. Ούτε και δεύτερες ευκαιρίες.

Θα διάλεγα ένα δωμάτιο να βλέπει θάλασσα ή βουνό, ανάλογα με τους δρόμους που θα 'παιρνε ο ταξιτζής.
Θα κοιμόμουν γυμνή για να μην τσαλακώσω το φόρεμά μου.

Πριν κοιμηθώ, θα 'πλενα στο νιπτήρα το εσώρουχό μου για να το φορέσω καθαρό όταν ξυπνήσω.


Μαρία Φουσταλιεράκη 15-5-2017

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΛΗΘΗΣ, ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ


Όποτε δεν έχω διάθεση ν’ απασχολήσω με δυσνόητες έννοιες το μυαλό μου αλλά θέλω να το χαλαρώσω, παίζω ένα «εγκεφαλικό- ψυχολογικό» παιχνίδι δικής μου επινόησης.
Η πρόκληση του παιχνιδιού έχει ως εξής:
Διαλέγω ένα από τα βασικά συναισθήματα και προσπαθώ ν’ ανακαλέσω απ’ τη μνήμη μου πότε το ένιωσα έντονα, για πρώτη φορά στη ζωή μου.

Σήμερα διάλεξα να παίξω με τη λέξη θάρρος.
Έστυψα δυνατά το μυαλό μου και ξεκίνησα το ταξίδι στο παρελθόν γράφοντας.
Θα ‘μουνα στην αρχή της εφηβείας. Δεκατρία ή δεκατέσσερα το πολύ. Ήμουν ένα όμορφο κορίτσι, όπως όλα τα παιδιά που ‘ναι όμορφα σ’ αυτή την ηλικία, ψηλό, καλλίγραμμο και με ένα τεράστιο ερωτηματικό μονίμως πάνω απ’ το κεφάλι να ζαλίζει τους πάντες γύρω του μ’ αδιάκοπες ερωτήσεις για να μάθει τι είναι η ζωή. Μια σχηματισμένη γυναίκα στο κορμί, μα ένα αθώο παιδί ακόμα στην καρδιά.

Εκείνη την εποχή δεν είχαν αρχίσει να μ’ απασχολούν οι έρωτες. Όχι τουλάχιστον οι πραγματικοί και ολοκληρωμένοι. Ό,τι γνώριζα για τα αισθηματικά ήταν απ’ τις ταινίες και τα ρομαντικά βιβλία που έπεφταν στα χέρια μου από τις φίλες μου. Τ’ άλλα βιβλία που διάβαζα, τα σοβαρά, μιλούσαν για φιλοσοφία και ψυχολογία και δεν έδιναν σαφείς πληροφορίες στο μυαλό που είχα σ’ εκείνη την ηλικία, για το τι είναι φλερτ, σεξ και τα συναισθήματα που τα αφορούσαν.

Πρέπει να ήταν το 1983, περνούσα τις καλοκαιρινές διακοπές μου στον πατέρα, σ’ ένα όμορφο γραφικό χωριό στην Κρήτης
Εκείνη την εποχή, ακόμα γινόταν πανηγύρια στην πλατεία του χωριού, όπου εκτός τους κατοίκους και επισκέπτες, ερχόταν και κόσμος απ΄τα γύρω χωριά.

Στα καλοκαιρινά πανηγύρια του χωριού είχα τα πρώτα αθώα μου φλερτ με τους συνομήλικους. Πάντα από μακριά και πάντα κάτω απ’ το άγρυπνο βλέμμα του πατέρα. Κοιτάγματα στα κλεφτά, πρόσκληση σε χορό, κανένα χαμηλόφωνο κομπλιμέντο, άντε και καμιά μαντινάδα με νόημα απ’ αυτόν που σε είχε βάλει στο μάτι. Αυτά ήταν τα στοιχεία του φλερτ εκείνη την εποχή. Αθώα και καθαρά σαν τα χτυποκάρδια της εφηβείας.
Εκείνη τη χρονιά στο πανηγύρι, για κακή μου τύχη, προκάλεσα το θαυμασμό σ’ ένα άνδρα μεγάλο στην ηλικία.
Τότε δεν το κατάλαβα, το έμαθα μετά, μ’ αιφνιδιαστικό και άσχημο τρόπο.

Στην ευρύτερη περιοχή ήταν κοινό μυστικό πως λίγο καιρό πριν το ‘ χε σκάσει κάποιος απ’ τη φυλακή. Εγώ ιδέα δεν είχα για πιο λόγο είχε φυλακιστεί. Διόλου απίθανο για κάποια βεντέτα. Οι άνθρωποι, σ’ όλα τα γύρω χωριά κρατούσαν το στόμα τους κλειστό και άλλαζαν δρόμο να μη διασταυρωθεί το βλέμμα τους μ’ αυτόν όταν τον έβλεπαν να κυκλοφορεί προκλητικά ελεύθερος. Δεν ήθελαν ντράβαλα ούτε με τον ίδιο, αλλά ούτε και με την αστυνομία.

Φαντάζομαι πως αυτό το ‘καναν είτε από φόβο, στην περίπτωση που ήταν κοινός εγκληματίας – κάτι για φόνο άκουσα να συζητάνε χαμηλόφωνα μια φορά σ’ ένα τραπέζι – , είτε από σεβασμό αν ήταν ζήτημα ξεπλύματος τιμής της οικογένειας, αυτό που ήταν η βεντέτα δηλαδή για τους κρητικούς.
Μερικές μέρες μετά το πανηγύρι, αργά το βράδυ, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού μας. Στο κατώφλι εμφανίστηκε ο δραπέτης, με τ’ όπλο του που δεν το αποχωρίζονταν ποτέ και με δυο φίλους του. Με τον πατέρα μου δεν ήταν φίλοι, απλά τους γνώριζε και τον γνώριζαν κι αυτοί. Στα χωριά όλοι οι άνθρωποι γνωρίζονταν τότε μεταξύ τους.

Έκπληκτος ο πατέρας μου τον άκουσε να τον προσκαλεί να πάνε στο καφενείο να γλεντήσουν. Να φάνε και να πιούνε όλοι μαζί. Και οι τρεις φαινόταν μεθυσμένοι. Ο πατέρας μου, πριν ανοίξει την πόρτα μου είπε να μη βγω απ’ το δωμάτιό μου και να μη μιλήσω καθόλου, είχα ξυπνήσει και γω απ΄τα χτυπήματα στην πόρτα. Οι μεθυσμένες αγριοφωνάρες τους ακουγόταν σ’ όλη τη γειτονιά.

Κρυμμένη πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου μου παρακολουθούσα το σκηνικό. Σαν όνειρο μου φαινόταν τότε γιατί ξύπνησα αλαφιασμένη. Σαν όνειρο μου φαίνεται και σήμερα που το θυμήθηκα.
Ο πατέρας αρνήθηκε ευγενικά με πρόφαση πως πονούσε το στομάχι του, γνώριζαν πως είχε πρόβλημα και πως δε μπορούσε να φύγει μέσα στη μαύρη νύχτα γιατί θ’ αναστατωνόταν το παιδί, δηλαδή εγώ, αν ξυπνήσει και δεν τον βρει. Αυτοί επέμεναν, αλλά με τα πολλά τους ξεφορτώθηκε αφού τους υποσχέθηκε να πάει να τους βρει στο καφενείο το επόμενο βράδυ, αλλά νωρίς. Δέχτηκαν γιατί κάθε βράδυ ήταν εκεί και μπεκρόπιναν. Έτσι ακριβώς και έγινε.

Το επόμενο βράδυ ο πατέρας μου πήγε να τους συναντήσει στο καφενείο. Εγώ σαν υπάκουο κορίτσι που ήμουν τότε, κοιμήθηκα νωρίς, αφού παρατήρησα όπως έκανα κάθε βράδυ μέχρι να μην αντέχουν άλλο τα μάτια μου ανοιχτά, τα σαμιαμίδια στο ταβάνι να τρώνε έντομα. Τα λάτρευα από μικρή αυτά τα μικροσκοπικά ροζ πλασματάκια. Θαύμαζα την υπομονή και την αποτελεσματικότητά τους στον τρόπο που έπιαναν την τροφή τους, κουνούπια και μικρά έντομα.

Τα πλησίαζαν αργά, πολύ αργά, με Ιώβεια υπομονή κάλυπταν την απόσταση που τα χώριζε απ’ το θήραμά τους, μα στο τέλος πάντα παγίδευαν μ’ επιτυχία το φαγητό τους. Τ’ αγαπούσα πολύ τα σαμιαμίδια και τ’ αγαπώ ακόμα και σήμερα. Κάποτε όταν κατάφερα να χαϊδέψω ένα ένιωσα τρισευτυχισμένη. Αγνόησα τις απειλές όλων πως αν το έκανα θα γέμιζα σπιθουράκια. Δε γέμισα, αλλά και να γέμιζα, πάλι θα το ξανάκανα. Αν έβαζα κάτι στο μυαλό μου, ο κόσμος να γυρνούσε ανάποδα, εγώ το έκανα.

Κοιμόμουν λοιπόν εξαντλημένη απ’ την πολύωρη παρατήρηση, όταν ένας σχεδόν ανεπαίσθητος μα επαναληπτικός ήχος που ακουγόταν έξω απ’ το παράθυρό μου με ξύπνησε.
Το δωμάτιό μου ήταν βορινό, στον πάνω όροφο του σπιτιού και έβλεπε στον πίσω κήπο. Όταν σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι και άνοιξα το παράθυρο να δω τι συμβαίνει, ήμουν απ’ τη φύση μου περίεργο και θαρραλέο παιδί, είδα τη φιγούρα ενός άνδρα να πετά πετραδάκια στο τζάμι μου. Ρώτησα αρκετές φορές ποιος ήταν εκεί έξω, μα απάντηση δεν πήρα.

Επειδή ήταν πολύ σκοτεινά και δεν έβλεπα και καθαρά, σκέφτηκα πως μάλλον βρισκόμουν ακόμα υπό την επήρεια του ύπνου ή κανενός ονείρου που ‘χα δει και πως μάλλον ήταν η ιδέα μου. Ετοιμάστηκα να κλείσω το παράθυρο και να ξανακοιμηθώ.
Την ώρα όμως που το έκλεινα, αποφάσισε να φανερωθεί ο απρόσκλητος επισκέπτης με τα πετραδάκια.
Μου ζήτησε να κατέβω που ήθελε λέει να μου πει κάτι. Εγώ του ζήτησα να φύγει και τον απείλησα πως θα ξυπνούσα τον πατέρα μου αν δεν το έκανε αμέσως. Μπλόφαρα φυσικά. Ο πατέρας μου ήταν στο καφενείο.

Κι αυτός όμως ήξερε πως έλεγα ψέματα ήταν ο ίδιος άνδρας που τον είχε καλέσει το προηγούμενο βράδυ στην παρέα του. Πρόφαση ήταν τελικά το κάλεσμα για ν’ απομακρύνει τον πατέρα απ’ το σπίτι και να έρθει ανενόχλητος να με βρει.
Μου το παραδέχτηκε και μου ζητούσε επίμονα να κατέβω γιατί ήθελε να μου μιλήσει από κοντά.

Εγώ αντί να φοβηθώ, νευρίασα. Εξοργίστηκα με την επιμονή και το θράσος του. Αποφάσισα λοιπόν να κατέβω για να τον αντιμετωπίσω κατά πρόσωπο. Δεν ένιωσα καθόλου φόβο και μάλιστα μέχρι σήμερα απορώ με τον εαυτό μου γι’ αυτό.
Κατεβαίνοντας στον κήπο σταμάτησα σ’ ένα δωματιάκι που το χρησιμοποιούσαμε και σαν τουαλέτα για να γεμίσω ένα κουβά με νερό και αφού τον γέμισα τον πήρα μαζί μου.
Σήμερα που σκέφτομαι αυτό το περιστατικό δε θυμώνω, αλλά γελάω.
Πρέπει να παρουσίαζα ένα πολύ αλλόκοτο θέαμα. Μια ξεμαλλιασμένη απ’ τον ύπνο, με το μακρύ νυχτικό της, ξυπόλυτη και έξαλλη από θυμό, να περπατά στο σκοτάδι σα φάντασμα κρατώντας στα χέρια ένα κουβά.

Όταν έφτασα στον πίσω κήπο και κοίταξα τον άνδρα, το πρόσωπό του μου ήταν άγνωστο, αλλά δε μου φάνηκε τόσο άγριο σε σχέση με την άγρια φωνή του. Αυτό πολύ με παραξένεψε.
Στάθηκα με θάρρος μπροστά του, αρκετά κοντά, και πριν προλάβει ν’ ανοίξει το στόμα του να μου πει τι με θέλει, του ζήτησα θυμωμένα να φύγει.
Δε μπορώ να θυμηθώ με λεπτομέρειες τι του έλεγα ακριβώς και τι μου έλεγε εκείνος, πάντως δεν έφευγε και το ένιωθα αυτό σα μεγάλη προσβολή.

Ναι, προσβεβλημένη ένιωθα που είχε εισβάλλει με τη βία στον κήπο μας αντί να νιώθω φοβισμένη, που θα ήταν μάλλον και το πιο λογικό. Αφού έβλεπα πως με το καλό δεν έφευγε, αλλά ούτε και με τις απειλές πως θα το πω στον πατέρα μου, άρπαξα έξαλλη τον κουβά που είχα αφήσει πιο πίσω και τον έλουσα πατόκορφα με το νερό. Αμέσως φυσικά το ‘βαλα στα πόδια κι έτρεξα να κλειδωθώ στο δωμάτιό μου.

Δεν έχω ιδέα πώς αντέδρασε μόλις άρχισα εγώ να τρέχω σα να με κυνηγούσαν δαίμονες. Δεν ξέρω αν αιφνιδιάστηκε, αν θύμωσε ή αν σοκαρίστηκε γιατί κάτι τέτοιο αποκλείεται να το περίμενε.
Δεν έμαθα ποτέ. Την επόμενη μέρα σκεφτόμουν πως κανονικά έπρεπε να μιλήσω για το συμβάν στον πατέρα μου, αλλά δε ρίσκαρα να με κατσαδιάσει που έκανα κάτι τόσο ριψοκίνδυνο και απερίσκεπτο ή να πάει να του ζητήσει το λόγο και γίνουν χειρότερα τα πράγματα.

Υποθέτω πως δεν έμαθε τίποτα για το περιστατικό, αλλά και να ‘μαθε, ποτέ δε μου είπε κάτι.
Αν δεν τον έχανα μερικά χρόνια αργότερα, η καρδιά του τον πρόδωσε στα 52 του, σίγουρα θα τον ρωτούσα και θα διασκέδαζα κι όλας με την αντίδρασή του. Δεν θα φοβόμουν πια μη με κατσαδιάσει.

Ωραίο δεν είναι αυτό το παιχνίδι που σκέφτηκα; Σε βοηθάει να θυμηθείς πολλά ξεχασμένα στη μνήμη συναισθήματα και πάντα μια αναδρομή στο παρελθόν είναι κέρδος από πολλές απόψεις.
Υπάρχει κάτι όμως που με απασχολεί πολύ σοβαρά σ’ όλη αυτή την ιστορία. Το αν είναι όντως αληθινή, ή δεν είναι. Μπορεί αυτή η ιστορία που υπάρχει μέσα στο μυαλό μου και αφορά το θάρρος που έδειξα, να είναι απλά ένα αποκύημα της αχαλίνωτης εφηβικής φαντασίας μου και να μη συνέβη ποτέ στην πραγματικότητα.

Όσες φορές και να το σκεφτώ καταλήγω σε αδιέξοδο, έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε.
Υπάρχει όμως μια λεπτομέρεια που με βασανίζει και με κάνει να πιστεύω πως μπορεί και να ‘ναι τελικά αληθινή η ιστορία μου.
Ως σήμερα θυμάμαι το όνομα και το επώνυμο του «μπουγελωμένου» απρόσκλητου επισκέπτη μου ενώ αυτό τον άνθρωπο δεν τον είχα συναντήσει ποτέ στη ζωή μου πιο πριν απ’ το περιστατικό και ούτε τον ξαναείδα ποτέ.


Μαρία Φουσταλιεράκη 8-5-2017

ΣΕΜΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΑ ΟΧΙ ΣΕΜΝΟΤΥΦΗ


Εκείνη φαινόταν σεμνή γυναίκα, μα όχι σεμνότυφη. Τα μάγουλά της είχαν ελαφρώς κοκκινίσει και το βλέμμα της έδειχνε πυρωμένο. Είχε στραμμένο όλο τον κορμό της προς τον άνδρα που τη συνόδευε και μιλούσαν χαμηλόφωνα.
Κάτι του έλεγε εκείνη, έκανε παύση, κάτι της απαντούσε χαμηλόφωνα εκείνος και μετά γελούσαν.
Εκείνη κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να μη γελάει, φαινόταν ξεκάθαρα πως ήθελε να δείχνει αυστηρή, μα τα μάτια της που ήταν πυρωμένα, τα χείλη της που ήταν ξερά και τα 'γλυφε διαρκώς, την πρόδιδαν. Της άρεσε κι εκείνης αυτό που γινόταν.

Από τη θέση που καθόμουν δεν τους έβλεπα πολύ καθαρά, έβλεπα μονάχα τα πρόσωπά τους. Στο δικό της είχα καλύτερη οπτική γωνία.
Ήταν νωρίς, είχε λίγο κόσμο, δε είχε πολύ ώρα που άνοιξε το μαγαζί.
Έτσι όπως ήταν εντελώς απορροφημένοι ο ένας στον άλλο, δεν κατάλαβαν πως πίσω απ' τα γυαλιά ηλίου τους παρατηρούσα απολαμβάνοντας το πρωινό μου καφεδάκι. Η υπηρεσία που έπρεπε να πάω να διεκπεραιώσω μια βαρετή υπόθεση δεν είχε ανοίξει ακόμα.
Από ανάγκη είχα καθίσει εκεί και έπινα καφέ. Όμως τώρα που ήρθαν αυτοί τους απολάμβανα και δεν ήθελα να φύγω.

Αυτό το ζευγάρι που καθόταν στο βάθος μου είχε ερεθίσει τη φαντασία και το σώμα. Κάτι σεξουαλικά γελάκια δικά της, κάτι φωνές μπάσες δικές του όταν της ψιθύριζε στ' αυτί, είχαν φτιάξει μια ηλεκτρισμένη σεξουαλική ατμόσφαιρα ολόγυρά τους.
Προσπάθησα να δω τα χέρια τους. Αν αγγίζονταν. Περισσότερο δε, είχα την περιέργεια να δω αν εκείνος την άγγιζε.
Είχα δίκιο. Είχε ακουμπήσει τα χέρια του πάνω στα γυμνά της πόδια. Το μίντι φόρεμα που φορούσε είχε σηκωθεί ελαφρά όπως κάθισε και αποκάλυπτε το ολόλευκο και μεταξένιο δέρμα των μηρών της.
Στο πρόσωπό του είχε αποτυπωθεί ευχαρίστηση. Του άρεσε που τη χάιδευε. Και κείνης της άρεσε η αίσθηση των χεριών του. Και στο δικό της πρόσωπο είχε αποτυπωθεί ευχαρίστηση.

Του έπιανε τρυφερά τα χέρια και τα μετακινούσε προς τα γόνατά της με δήθεν αυστηρό ύφος και κάτι του έλεγε. Μα έπειτα γελούσε.
Όλες αυτές τις λεπτομέρειες μπόρεσα να τις δω την ώρα που πέρασα από δίπλα τους την ώρα που έφευγα. Κοντοστάθηκα και τους κοίταξα περισσότερο απ' όσο επέτρεπε η διακριτικότητα.
Μα ούτε γω μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Ούτε απ' τα πόδια, ούτε απ' το όμορφο πρόσωπό της.
Εκείνος είχε γυρισμένη την πλάτη του προς εμένα και ούτε με κατάλαβε. Εκείνη όμως ίσως ένιωσε με το γυναικείο της ένστικτο το ερεθισμένο μου βλέμμα και του κατέβασε βίαια τα χέρια, εμφανώς ταραγμένη.
Έκανα επιτόπου μεταβολή και έφυγα. Λίγο πριν κλείσω την πόρτα πίσω μου, άκουσα επιτέλους τη φωνή της. Τον μάλωνε μελιστάλαχτα.
Άκουσα την τελευταία της φράση. Αμάν βρε μωρό μου, ρεζίλι έχουμε γίνει, είδες πως μας κοιτούσε ο ξένος άνθρωπος;
Όχι ομορφιά μου, ήθελα να της πω, μα σκέφτηκα πως δε θ' άρεσε καθόλου στο συνοδό της.
Δεν είναι ντροπή ο έρωτας και το πάθος. Ντροπή είναι να είσαι ανέραστος και να πηγαίνεις κόντρα στη φύση σου.
Ντροπή είναι να είσαι νέος και στεγνωμένος από πάθος.
Εσείς μόνο να χαίρεστε πρέπει που είστε τόσο... ευ-γάμητοι.

Μα δεν είπα τίποτα. Χαμογέλασα μονάχα και τράβηξα το δρόμο μου. Πήγα στη δουλειά μου με εξαιρετικά καλή διάθεση. Μου έφτιαξαν τη μέρα και με έφτιαξαν και μένα αυτοί το δυο άγνωστοι πρωινοί εραστές.


Μαρία Φουσταλιεράκη 5-5-2017

ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟ


Στον κανονικό κόσμο πότε είναι μέρα, πότε είναι νύχτα.
Στο δικό μου κόσμο, ο χρόνος δε χωρίζεται σε ώρες, σε εποχές και σίγουρα δεν έχει πουθενά φράχτες.
Στο δικό μου κόσμο τον παράξενο, υπάρχουν μονάχα σκέψεις. Σκέψεις άχρονες, βουλιμικές, λαίμαργες, αχόρταγες, αστείρευτες. Σκέψεις που γίνονται εξερευνητές και κάνουν σε ανύποπτο χρόνο κατάληψη στο κορμί μου και το μετατρέπουν σε μαριονέτα.

Σήμερα για παράδειγμα.
Ενώ αναπαυόμουν στο σαλόνι του σπιτιού μου έγινα πάλι μαριονέτα και βρέθηκα συνοδηγός σ' ένα αυτοκίνητο που επέστρεφε από κάπου.
Δε φορούσα γυαλιά ηλίου, ούτε καπέλο. Τα μαλλιά μου τ' ανακάτευε ο αέρας και τα μάτια μου τα ενοχλούσε η αντηλιά.
Άξαφνα είχα την επιθυμία να καπνίσω. Έψαξα γι' αναπτήρα στην τσάντα μου, μα δε βρήκα.
Ρώτησα τον οδηγό αν είχε εκείνος, αλλά ήταν τόσο απορροφημένος στο τραγούδι που έπαιζε εκείνη τη στιγμή το ραδιόφωνο, που δε με άκουσε.
Γρήγορα κατάλαβα πως ούτε με έβλεπε. Δεν ξαφνιάστηκα.
Πολλές φορές οι σκέψεις μου με έκαναν αόρατη. Βολεύτηκα στο κάθισμα και κοιτούσα έξω απ' το τζάμι.
Καθόλου γνώριμο δε μου ήταν το τοπίο, μάλλον δεν είχα ξαναταξιδέψει προς τα εκεί.
Η μελωδία του τραγουδιού σε συνδυασμό με τη ζέστη, μου έφερε νύστα.

Αποκοιμήθηκα και ονειρεύτηκα πως ήμουν ξαπλωμένη στον καναπέ του σπιτιού μου.
Όταν άνοιξα τα μάτια προσπάθησα να θυμηθώ τον οδηγό, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, τα ρούχα του, μα δεν τα κατάφερα.
Η φωνή του όμως την ώρα που μουρμούριζε στίχους απ' τα τραγούδια αποτυπώθηκε στη μνήμη μου.
Ήταν μια φωνή μελωδική και ευχάριστη. Μου άρεσε πολύ.


Μαρία Φουσταλιεράκη 4-5-2017