Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

ΚΑΚΕΚΤΥΠΑ ΚΡΕΒΑΤΙΑ

                                                         Ling Jian, Brain and Heart


Έχω γνωρίσει και καλύτερους εραστές, του είπε ανάβοντας το τσιγάρο της φανερά εκνευρισμένη.
Εκείνος ικέτευε με το βλέμμα μια αποδοχή. Ήταν πολύ ερωτευμένος.
Αυτό ήταν που την κολάκεψε εξ αρχής και τον προσκάλεσε στο κρεβάτι της: η εξομολογητική επιμονή του.
Λυπάμαι που δεν κατάφερα να σε ικανοποιήσω όπως σου αξίζει, της είπε, και άρχισε να ντύνεται ενώ ήταν ακόμα ξαπλωμένοι στο κρεβάτι.
Εκείνη το είχε ήδη μετανιώσει.
Ήξερε καλά πως η επιμονή και η λύπηση δεν είναι λόγοι για να κάνεις έρωτα με κάποιον, μα ας όψεται που ήταν μουδιασμένη ακόμα η καρδιά της.
Συννέφιασε για μια στιγμή όταν τον κοίταξε. Δυο μέτρα παλικάρι και είχε γίνει ένα κουβάρι από τη ντροπή του.
Πότε έγινα τόσο σκύλα, αναρωτήθηκε από μέσα της, αλλά δεν είπε κάτι φωναχτά για να γλυκάνει την απότομη συμπεριφορά της.
Αντίθετα, επιστράτευσε ένα ακόμα σκληρότερο βλέμμα και του είπε να κλείσει καλά την πόρτα φεύγοντας.
Κάθε φορά η ίδια ιστορία.
Κάθε φορά ξεντυνόταν με την προσδοκία να ζήσει την ίδια μαγεία που ένιωθε μ' εκείνον και κάθε φορά μετά ντυνόταν βιαστική και φουρκισμένη γιατί καμία ηδονή δεν έμοιαζε με τη δική του.
Κανονικά θα 'πρεπε να τον μισεί που την είχε καταστρέψει και να του κάνει μήνυση για αποπλάνηση αιδοίου.

Μαρία Φουσταλιεράκη 10-11-2018

ΑΠΙΣΤΟΣ ΦΙΛΟΣ Ο ΦΟΒΟΣ


                                                                Daria Petrilli


Δεν ήξερα από την αρχή πως ζούσα τη ζωή έχοντας άγνοια κινδύνου. Μεγαλώνοντας τ' ανακάλυψα μαζί με πολλά άλλα. Τότε, όμως, μου φαινόταν απόλυτα φυσικό να είμαι άφοβη, να υπερασπίζομαι τον εαυτό μου χωρίς να δειλιάζω και να νιώθω ίση δίπλα στ' αγόρια όταν παίζαμε μπάλα στο διάλειμμα.
Σχεδόν τίποτα δεν με τρόμαζε όταν ήμουν παιδί εκτός από τη μάνα μου. Αυτήν την έτρεμα.
Μέχρι να γίνω αρκετά μεγάλη ώστε να μπορώ να ζήσω μόνη μου, καθημερινά ένιωθα πως περπατάω σε τεντωμένο σχοινί και αγωνιούσα μην βρεθώ λιώμα στο απέραντο κενό.
Μπορεί μέσα στο σπίτι ο λόγος της μάνας να ήταν νόμος μαζί με τα απαραίτητα άρθρα του: όσο θα ζεις κάτω από τη δική μου στέγη θα κάνεις ό,τι λέω εγώ, και να λες ευχαριστώ που δεν σε σταματάω απ' το σχολείο για να σε βάλω σε βιοτεχνία, άμα δεν σ' αρέσει εδώ να πας στον πατέρα σου, και άλλα τέτοια χαριτωμένα που έλεγαν πολλοί γονείς όταν γίνονταν από σπόντα γονείς και δεν ήξεραν την τύφλα τους από διαπαιδαγώγηση, από υπευθυνότητα και από ανατροφή παιδιών.
Θα' θελα ώρες ώρες να γυρίσω το χρόνο πίσω, όχι για πολύ, για μια στιγμή μονάχα, για να μπορέσω να πω στη μάνα που τόσο πολύ φοβόμουν, πως είναι τέχνη ν' αναστήσεις ένα παιδί. Μια μοναδική τέχνη που βασίζεται στην αγάπη, στην καλοσύνη, στις γνώσεις και την κατανόηση και όχι στο ξύλο, στον φόβο και στο "γιατί έτσι το λέω εγώ".
Ο φόβος, θα ήθελα να της πω κοιτώντας την στα μάτια, ποτέ δεν είναι καλός σύμβουλος για τα παιδιά και ειδικά όταν αυτά βρίσκονται στην εφηβεία δεν είναι καθόλου καλός καθοδηγητής.
Η ιδιοσυγκρασία μου δεν ήταν συμβατή με βίαια σωματικά και ψυχολογικά ξεσπάσματα, ούτε με φωνές και απειλές. Εγώ πάντα ήμουν παιδί του λόγου και της συζήτησης.
Θυμάμαι πως δεν με ενοχλούσαν τόσο οι περιορισμοί της ελευθερίας μου ή που έπρεπε να συμμετέχω στα έσοδα της οικογένειας δουλεύοντας, ούτε καν με ενοχλούσε που δεν είχα την πολυτέλεια να νοιάζεται κάποιος έμπρακτα για μένα και για το μέλλον μου, τα είχα συνηθίσει όλα αυτά, όσο με πλήγωνε η αυταρχική και χωρίς στοργή, απέναντί μου, συμπεριφορά της.
Όλα τα χρόνια ζούσα φαινομενικά σύμφωνα με τις απαγορεύσεις του σπιτιού, μα παράλληλα και με τεράστιο ρίσκο να με πιάσει στα πράσα η μάνα και να με κάνει τόπι στο ξύλο, όταν έκανα σκασιαρχείο τα βράδια πηδώντας απ' το μπαλκόνι και γυρνούσα στις μύτες των ποδιών τα ξημερώματα. Πόσο έτρεμα κάθε φορά μην γκρεμοτσακιστώ και πέσω γιατί μετά θα με σκότωνε και από πάνω η μάνα μου. Το πίστευα πραγματικά.
Δύσκολα χρόνια ήταν τα παιδικά μου, μονίμως είχα την αίσθηση πως τρέχω σε τεντωμένο σχοινί με δεμένα μάτια και πως φορούσα κατάσαρκα στο λιγνό κορμί μου τις ασφυκτικές απαγορεύσεις των "γιατί το λέω εγώ".
Δεν ήταν καλός σύμβουλος ο τόσος φόβος που είχα στη μάνα, ειδικά εκεί γύρω στα δεκαοχτώ που έμεινα έγκυος και δεν τόλμησα να το πω σε κανέναν παρά μόνο στο αγόρι μου.
Δεν είναι έμπιστος φίλος ο φόβος όταν έχεις μόνο αυτόν και δεν διανοείσαι να πεις στην μάνα πόσο αφόρητα πονάει να αιμορραγείς δυο βδομάδες, στα κρυφά, και παράλληλα να σπουδάζεις κανονικά το πρωί, να εργάζεσαι κανονικά τ' απόγευμα και να δείχνεις κανονική όλη την ώρα γιατί κατεβάζεις με τις χούφτες τα παυσίπονα για να μην λιποθυμήσεις από τον πόνο.
Κανείς, ούτε καν οι αδερφές που κοιμόμασταν στο ίδιο δωμάτιο, δεν κατάλαβαν πως έμεινα έγκυος αλλά απέβαλα ευτυχώς νωρίς.

Μαρία Φουσταλιεράκη 1-11-2018

Η ΑΠΟΨΗ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΚΑΙΝ – ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΡΑΚΑΤΣΑΝΗΣ – ΛΙΒΑΝΗΣ – 2018



Η άποψή μου – Το σπίτι του Κάιν, Μάριος Καρακατσάνης, εκδόσεις Λιβάνη, 2018

Το καινούργιο βιβλίο του, κατά πολύ ωριμότερου συγγραφικά, Μάριου Καρακατσάνη πραγματεύεται ένα θέμα τολμηρό και ευαίσθητο συνάμα, ένα θέμα ταμπού για την κοινωνία και θέτει προβληματισμούς για την ύπαρξη του Θεού και τη σχέση του με τα κατασκευάσματά του.
Κατά τις γραφές, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ως ένα τέλειο και αψεγάδιαστο πλάσμα. Ο Θεός έφτιαξε το κατασκεύασμά του με τόση αγάπη, ώστε του χάρισε την απόλυτη ελευθερία να διαχειρίζεται, χωρίς άνωθεν παρεμβάσεις, τον εαυτό του.
Πριν το ξεπροβοδίσει το προίκισε με συναισθήματα, με ορθολογιστική σκέψη, με την ικανότητα ν’ αγαπά αλλά και να μισεί εξίσου παθιασμένα, με το δικαίωμα να κάνει μικρά και μεγάλα λάθη, να μπορεί να διαπράττει αμαρτίες, αλλά και να δακρύζει μετανοώντας αληθινά για τις λανθασμένες αποφάσεις του.
Ο συγγραφέας, ζηλεύοντας την παντοδυναμία του θεού, δανείζεται για μια στιγμή το ρόλο του και κατασκευάζει έναν εξαίσιο και με εντυπωσιακά σφιχτοδεμένη πλοκή μύθο, θέτοντας ταυτόχρονα ερωτήματα υπαρξιακά, εκκλησιαστικά και φιλοσοφικά, και παρασύρει τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι για γερά νεύρα, στο κέντρο του κέντρου του σύμπαντος, σε ένα ταξίδι ίσια στον πυρήνα της αόρατης ύπαρξης.
Ο Κάιν είναι το δημιούργημα που αποφάσισε να διαπράξει την πρώτη φρικτή αμαρτία, αλλά είναι συγχρόνως και ένας οποιοσδήποτε θνητός, ένας από εμάς δηλαδή, που διαπράττει την αμαρτία από επιλογή – επειδή απλά μπορεί να το κάνει -.
Αμαρτίες δεν είναι και τα κάθε λογής παιχνίδια εξουσίας που έχουν για έπαθλο το κορμί και την ψυχή του χαμένου;
Παντού στον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι με υπέρμετρη πίστη στον εαυτό τους που όμως, την ίδια ώρα, χάνουν την πίστη στον αδύναμο συνάνθρωπο γιατί ο δυνατός και ο αδύναμος μοιράζονται πιθανόν την ίδια αντανάκλαση στον καθρέφτη, γιατί ο δυνατός και ο αδύναμος είναι πιθανόν η μία και μοναδική όψη ενός νομίσματος. Ακριβώς όπως συμβαίνει με το θύμα και τον θύτη του, που ανταλλάσουν αστραπιαία όψη, ρόλο και ρότα στη ζωή.
Οι αμαρτίες μπορεί όμως απλώς να εφευρέθηκαν για να θυμίζουν καθημερινά στον αδύναμο την οφειλή της ύπαρξής του στον πανίσχυρο δημιουργό έτσι ώστε να μην διανοηθεί να αμφισβητήσει την τελειότητα της αρχικής κατασκευής.
Όσο η θνητότητα είναι το απειλητικό σημείωμα κατά της ζωής, τόσο η βεβήλωση στον έρωτα θα γίνεται σαν ανίερη αντίδραση.
Τότε, μετά τη διάπραξη της απόλυτης αμαρτίας, τα συναισθήματα ξεχειλίζουν από τα έγκατα της ύπαρξης και τρέχουν σαν ιερά ποτάμια και αλίμονο σ' εκείνον που θ' αποπειραθεί να κατασκευάσει φράγματα για ν’ ανακόψει τα ορμητικά νερά. Αλίμονο και στις αδίστακτες δυνάμεις που θα προσπαθήσουν να βεβηλώσουν τις φρέσκιες κοίτες των ποταμών. Η αντίσταση θα είναι ο μονόδρομος και η μόνη φυσική επιλογή.
Οι εκλεκτοί που αντιστέκονται θα κάνουν τα πάντα για να επιβιώσουν και θα πληρώσουν κάθε αντίτιμο προκειμένου να ακουστεί η φωνή τους δυνατά.
Τα νήματα της ανθρωπότητας προσπαθούν ν’ αρπάξουν αυτοί που κουβαλούν στις αγέραστες πλάτες τους το προπατορικό αμάρτημα. Επιστρατεύουν άβουλες μαριονέτες που έχουν διαπράξει την αμαρτία της σαρκικής αγάπης και τους μετατρέπουν σε ποντίκια των εργαστηρίων που εργάζονται πυρετωδώς πάνω σε μοχθηρά σχέδια.
Το σπίτι του Κάιν δεν αφορά την κοινή πάλη του καλού με το κακό.
Αφορά την πάλη του ανθρώπου με τα φθαρτά υλικά της κατασκευής του. Αυτά τα λαμπρά αλλά και ταυτόχρονα σκάρτα υλικά από τα οποία είμαστε όλοι οι άνθρωποι κατασκευασμένοι.

Tip
Κάπου μέσα στο βιβλίο υπάρχει μια μικρή έκπληξη για τους πιστούς αναγνώστες του συγγραφέα.

Υγ. Στην παρουσίαση που έγινε χθες στην Αθήνα ειπώθηκε πως ίσως προκαλέσει αντιδράσεις σε βαθιά θρησκευόμενους ή συντηρητικούς στις απόψεις τους ανθρώπους.
Οφείλω να πω ότι εμένα καθόλου δεν με σόκαραν κάποιες, ομολογουμένως, σκληρές περιγραφές, ούτε με αναστάτωσαν οι απόψεις των ηρώων για το Θεό και τη θρησκεία γενικότερα.

Μαρία Φουσταλιεράκη 11-11-2018

ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΥΣ ΚΑΙ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ

                                                         René Magritte


Για πολλούς και διάφορους λόγους δεν γίνεται να έρθετε, της είπε τηλεφωνικά και μετά ψέλλισε κάτι ανόητες δικαιολογίες για την ουρά στην τράπεζα, μα την πρόδωσε η φωνή της όσο μιλούσε.
Είχε ένα σχεδόν αόρατο γρέζι στο βάθος του λαιμού που παλλόταν συνεχώς. Ένα μικροσκοπικό αγκάθι, ένα υπόλειμμα ψαριού που πήγε και σφηνώθηκε δίπλα στις φωνητικές χορδές.
Τα λόγια της μάνας έκρυβαν έναν ύπουλο εκνευρισμό για το παρόν και μια σαπισμένη απογοήτευση για το παρελθόν, τόσο παλιά, που την έσερνε σαν μπάλα κατάδικου στο δεξί της πόδι. Σ' εκείνο το πόδι που δυο φορές όταν ήταν μικρή, της επιτέθηκαν σκυλιά και την άρπαξαν λίγο πιο κάτω από τη γάμπα.
Τα έτρεμε τα σκυλιά από τότε και έπρεπε να περάσουν πολλά πολλά χρόνια και να γεννηθεί η δυνατή αγάπη για το χρήμα για να δεχτεί να φιλοξενήσει ένα ζεστό καλοκαίρι, για λίγες μόνο εβδομάδες, έναν μαλλιαρό μα καλόκαρδο γίγαντα. Επί υψηλή αμοιβή φυσικά, ανάλογη με την οικονομική επιφάνεια της ευκατάστατης κυρίας που της εμπιστεύτηκε το τετράποδο παιδί της.
"Καλά, εσύ ξέρεις καλύτερα, μάνα", απάντησε η κόρη στο ακουστικό και μετά από κάμποσες αδιάφορες κουβέντες η συνομιλία τελείωσε. Πόσες φορές άραγε είπε αυτή τη φράση τάχα με ψυχραιμία, τερματίζοντας την κουβέντα πριν ειπωθούν πραγματικά λόγια, μα με τα φτερά της να σωριάζονται ένα ένα αιμόφυρτα στα πόδια της;
Κάθε φορά με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία κατάπινε την υπερηφάνεια της και έλεγε "δεν πειράζει, θα βρω άλλη λύση, μαμά".
Πάντα την πείραζε αυτή η κατάληξη, αλλά είχε μάθει να ζει μ' αυτήν.
Όμως κάθε φορά της έκανε την ίδια εντύπωση το ίδιο κι απαράλλαχτο γρέζι στη φωνή. Γνώριμο πλέον κι αναγνωρίσιμο, κι ας προσπαθούσε η μάνα να το καλύψει με σκληρότητα και να το ντύσει με τυπικότητα για να μην αναγνωριστεί.
Χρόνια τώρα ίδια κι απαράλλακτη η ιστορία.
Χρόνια τώρα έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι.
Η μια να ζητάει και η άλλη να θυμάται.
Η μια να συγχωρεί και η άλλη να φαρμακώνει. Η μια να νοσταλγεί και η άλλη να θυμώνει.
Παιχνίδια τραυμάτων της πάλε ποτέ απόλυτης εξουσίας των ρόλων.
Κάποτε τη φοβόταν, μα μεγαλώνοντας ένιωσε πως ο φόβος είναι αταίριαστος με τη θαλπωρή της μητρότητας.
Για πολλά χρόνια ντρεπόταν να πει στους ξένους πως δεν την αγαπούσε η μαμά της όταν ήταν μικρή, μα την ώρα που το παραδέχτηκε με γενναιότητα στην ίδια, βρήκε τη δύναμη να ξεσκίσει τον καχεκτικό λώρο που τις έδενε τόσο απάνθρωπα σφιχτά.
Όταν έκλεισε το τηλέφωνο σκέφτηκε πως είναι δυσβάσταχτες πολλές φορές οι αναμνήσεις και πως συχνά οι ανθρώπινες σχέσεις είναι μπερδεμένες και δύσκολες. Μετά όμως κατέληξε πως είναι μεγάλη τύχη να προλάβεις ν' αγαπήσεις λιγάκι πριν πεθάνεις και πως είναι τόσο πολύ χυδαίο όταν για πολλούς και διάφορους λόγους δεν ανοίγεις την αγκαλιά σου, μαμά.

Μαρία Φουσταλιεράκη 30-10-2018

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΜΕΛΙΤΟΣ

                                                                    Sandra Pelser


Ανακουφισμένη, μετανιωμένη μα και σοφότερη γύρισε από το ταξίδι του μέλιτος. Δεν άντεξε παντρεμένη για πολύ. Πριν το γάμο είχε συνηθίσει να κοιμάται με ανάλαφρη συνείδηση, να είναι ήρεμη και να την ακολουθεί παντού μέσα στο σπίτι η παιχνιδιάρικη ουρά του γάτου της. Τα πρωινά ξυπνούσε χαρούμενη και γεμάτη ευγνωμοσύνη για τη νέα μέρα που ξημέρωνε.
Έβρισκε τα ζώα καλύτερη συναναστροφή από πολλούς ανθρώπους που ‘χε γνωρίσει. Οι άνθρωποι, σε αντίθεση με τα ζώα, αποδεικνύονταν κάμποσες φορές κάλπικοι. Ο άντρας που παντρεύτηκε δυστυχώς δεν αποτέλεσε εξαίρεση.
Αμέσως μετά το μυστήριο έγινε άλλος άνθρωπος και ενώ την είχε διαβεβαιώσει πως δεν είχε αντίρρηση για τον γάτο, απαίτησε να τον ξεφορτωθεί γιατί τώρα θα είχε εκείνον για συντροφιά στο κρεβάτι της.
Έκανε τάχα πως δεν θυμόταν να έχουν συμφωνήσει σε τίποτα κι ούτε λίγο ούτε πολύ την εκβίασε εδώ και τώρα με αποδείξεις για την αγάπη της: την έβαλε να διαλέξει ανάμεσα σ’ εκείνον και τον γάτο.
Άμαθη από καυγάδες και φωνές εκείνη, αποσβολωμένη και σοκαρισμένη από την εξέλιξη της κουβέντας, δεν άνοιξε το στόμα της να πει τίποτα. Δεν υπήρχε λόγος να του εξηγήσει. Δεν είχε κάτι να του πει. Την ώρα που της έθεσε το δίλημμα είχε λήξει άδοξα και άτιμα ο γάμο τους.
Το πρωί, αχάραγα, έκλεισε την πόρτα της νυφικής σουίτας, κουβαλώντας τη μεγάλη βαλίτσα με τα ρούχα της. Τα δικά του μούλιαζαν με χλωρίνη μέσα στη μπανιέρα του πολυτελούς ξενοδοχείου.

Μαρία Φουσταλιεράκη 22-10-2018

Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΠΟΥ ΥΙΟΘΕΤΗΣΕ

                                                                   Ewing Paddock


Η τεχνική που υιοθέτησε ήταν ύπουλη και δοκιμασμένη. Μ' έκανε να πιστεύω πως το σεξ ήταν μια πράξη χλιαρή, μονότονη και σύντομη. Συχνά ένιωθα ενοχές που δεν μου άρεσε, μα δεν τολμούσα να το συζητήσω μαζί του. Αυτά δεν ήταν καθώς πρέπει πράγματα για ένα αντρόγυνο, έτσι με είχαν μάθει.
Τις περισσότερες φορές εγώ έκανα την ενθουσιασμένη και εκείνος υπέθετε πως απολάμβανα τις συνευρέσεις μας.
Καμιά φορά μετρούσα από μέσα μου για να μην βαριέμαι ή έκανα νοερά τη λίστα για τα ψώνια της βδομάδας.
Όχι, ψέματα, δεν διαρκούσε τόσο πολύ η πράξη. Προλάβαινα όμως σίγουρα να σημειώσω τα τρόφιμα που θέλαμε για να περάσουμε το σαββατοκύριακο. Δεν είχαμε πολλές ανάγκες, δυο άνθρωποι ήμασταν, και τις Κυριακές συνήθως τρώγαμε έξω.
Παλιά, καλή συνήθεια της οικογένειάς του την οποία ευτυχώς εφάρμοσε και στη δική μας.
Εμείς, για μια μεγάλη μερίδα κόσμου και συγγενών δεν θεωρούμασταν κανονική οικογένεια ακόμα επειδή δεν είχαμε παιδιά, πάντως οικογένεια νιώθαμε εμείς , εγώ τουλάχιστον έτσι ένιωθα τον πρώτο καιρό μαζί του.
Και για να ξαναγυρίσω στο επίμαχο θέμα του συζυγικού σεξ που σου έλεγα, ή αυτή τέλος πάντων την διαδικασία που διαρκούσε μετά βίας ένα μισάωρο μαζί με τα προκαταρκτικά και το ντουζ μετά, ήταν γενικότερα ένα θέμα ταμπού στην εποχή μου που σπάνια το συζητούσαμε στα φανερά.
Για να φανταστείς, μια φορά που πίναμε καφέ με κάτι γνωστές κόντεψε να μου βγει ο καφές από τη μύτη όταν μας αποκάλυψε μία της παρέας πως έχει τακτικότατους πολλαπλούς οργασμούς με τον εραστή της. Εγώ εκείνη την εποχή καλά καλά δεν ήμουν σίγουρη τι σήμαινε αυτή η λέξη. Τέλος πάντων. Η συνέχεια ήταν η αναμενόμενη.
Την υπόλοιπη ιστορία στην έχω πει, τα ξέρεις, είναι γνωστά.
Γι' αυτό θέλω να θυμάσαι πως η γενιά σου έχει την ηθική υποχρέωση απέναντί μας ν' απολαμβάνει πολλά και καλά κρεβάτια, μου είπε κλείνοντάς μου το μάτι και πίνοντας μονορούφι την τρίτη μαργαρίτα.
Όλα αυτά μαζί με πικάντικες λεπτομέρειες μού τα είπε η γιαγιά μου ένα βράδυ που την έπεισα να δοκιμάσει μαργαρίτα. Τελικά της άρεσε πολύ και μου ζήτησε και δεύτερη και τρίτη.
Η γιαγιά μου είναι από τα πιο εντάξει άτομα που έχω γνωρίσει ποτέ στη ζωή μου και από τα πιο ανοιχτόμυαλα.
Ήταν η πρώτη από την οικογένεια που κατάλαβε πως γεννήθηκα διαφορετική.
Ήμουν ακόμα μικρή, θυμάμαι, όταν μια φορά που γύρισα απ' το φροντιστήριο κλαίγοντας κι έτρεξα κατευθείαν στο δωμάτιό μου, εκείνη, που έτυχε να 'ναι στο σπίτι μας, μπήκε, κάθισε δίπλα μου και χωρίς να με ρωτήσει τι συμβαίνει, μου είπε, "Ξέρεις μάτια μου, στην ανθρώπινη φύση υπάρχει τεράστια ποικιλομορφία, ακριβώς όπως συμβαίνει και στα δέντρα και στα ζώα και στα φυτά.
Τίποτα δεν έχει δημιουργηθεί ακριβώς όμοιο με το διπλανό του.
Κάποτε, βλακωδώς πιστεύαμε πως όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται είτε αγόρια είτε κορίτσια και πως οτιδήποτε άλλο εξόν απ' αυτά τα δύο, δεν ήταν φυσιολογικό.
Αυτές ήταν παλιακές ανοησίες. Κάθε άνθρωπος που γεννιέται είναι ξεχωριστός και μοναδικός.
Η φύση ξέρει, παιδί μου. Η φύση ούτε λάθη κάνει, ούτε μπερδεύεται. Αυτά είναι προνόμιο των ανθρώπων.

Μαρία Φουσταλιεράκη 19-10-2018

ΚΟΥΤΣΟ

                                                 Sussie~ By Maria Magdalena Oosthuizen


Δυο δυο κατέβαινα τα σκαλιά, όπως όταν έπαιζα κουτσό. Όταν μεγάλωσα, κάπου διάβασα πως κάθε σκάλα είναι κάθοδος στον Άδη και αυτή η σκέψη με τάραξε συθέμελα.
Ένα παλιό νανούρισμα πετάχτηκε απ' το μυαλό μου και άρχισα να το μουρμουρίζω χαρωπά.
Η φαντασία μου άρχισε να καλπάζει πάλι αχαλίνωτη. Έβλεπα κίτρινες και πορτοκαλί πύρινες γλώσσες να γλύφουν τα έγκατα του σπιτιού μας κι επειδή φοβόμουν μην σκοντάψω και τσουρουφλίσω τα δάχτυλά μου, πάντα φορούσα διπλό ζευγάρι τις κάλτσες και ως το γόνατο.
Μέχρι και υπολείμματα μαύρης πίσσας μύριζα μέσα στις ρωγμές που είχαν τα σανίδια.
Όταν έφτασα εκεί κάτω ήταν θεοσκότεινα. Μάλλον είχε καεί η λάμπα και μου ‘ρθε αυθόρμητα να βρίσω άσχημα την τύχη μου μα καμιά απ' τις βρισιές που μου ‘μαθαν με σοβαρότητα τ' αδέρφια μου δεν ταίριαζε σ' αυτή την αναθεματισμένη περίπτωση που ζούσα.
Ευτυχώς θυμήθηκα πως υπήρχαν πάντα κεριά και σπίρτα στον πάγκο. Μ' αυτά φώτισε αρκετά ο χώρος, αλλά έδειχνε πολύ μακάβριος και φθονερός.
Η οικογένειά μου είχε φτιάξει ένα νεκροταφείο αναμνήσεων στο υπόγειο.
Έτσι ονόμαζαν όλα τα παλιοπράγματα που πέθαιναν από αχρηστία στο πάνω σπίτι και δεν τους έκανε καρδιά να τ' αποχωριστούν.
Ψηλά, στο βορινό τοίχο του υπογείου, εκεί που φύλαγαν τα καζάνια για τις κότες, υπήρχε ένα παράθυρο που έβλεπε στο αδιέξοδο δρομάκι.
Στο σφαγείο, έτσι το ‘λεγαν στη γειτονιά οι μεγάλοι και δεν άφηναν κανένα παιδί να παίζει εκεί κάθε Κυριακή πρωί.
Θυμάμαι πως έτρεχα με τ' αντίδωρο στο στόμα για να προλάβω τα χέρια του πατέρα όσο ήταν ακόμα ζεστά απ' το αίμα.
Σκαρφάλωνα στην αγκαλιά του, κρεμόμουν για ώρα απ' τον λαιμό του και λέρωνα παντού τα καλά μου ρούχα αλλά δεν με ένοιαζε καθόλου.
Τρελαινόμουν να τον ακούω να συζητάει και να γελάει με τους γείτονες την ώρα που έπινε το τσιπουράκι του.
Έβαζαν και σε μένα να πιω: μερικές σταγόνες στο νερό μου.
Το στόμα του πατέρα μου μύριζε τσιγάρο στριφτό και τα χέρια του φρεσκοκομμένο μαϊντανό.
Για αρκετή ώρα έκανα πως δεν άκουγα τη μάνα που με φώναζε απ' την πίσω αυλή γιατί χρειαζόταν, λέει, βοήθεια στο ξεπουπούλιασμα.

Μαρία Φουσταλιεράκη 16-10-2018