Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΕΡΑΣΜΕΝΩΝ ΕΠΟΧΩΝ


Έρχονται στιγμές που νιώθω 800 χρόνων. Όχι απ' τον κάματο και τα βάρη της ζωής. Παρόμοια βάσανα περνούμε λίγο πολύ όλοι οι άνθρωποι. Μα μου φαίνεται σα να έχω ζήσει αιώνες ως τώρα κι όχι μερικές δεκαετίες. Τα μάτια μου έχουν δει τον κόσμο ν' αλλάζει και να εξελίσσεται όχι απλά γρήγορα, μα με ιλιγγιώδη πρόοδο και ταχύτητα.

Γεννήθηκα το 1970 και έζησα μέχρι τα οκτώ μου χρόνια σ' ένα μικρό χωριό της Κρήτης που ούτε σύστημα ύδρευσης δεν είχαμε μέσα στα σπίτια. Γεμίζαμε μεγάλα πλαστικά μπιτόνια με πόσιμο νερό και τα κουβαλούσαμε με τα γαϊδούρια απ' την κοινόχρηστη βρύση που βρισκόταν αρκετά έξω απ' το χωριό. Το νερό κατέβαινε απ' τα βουνά και ήταν καθαρό, νόστιμο και πάντα δροσερό.

Οι μανάδες μας τα βρώμικα ρούχα τα έπλεναν στο ποτάμι. Με στάχτη απ' την παρασιά (τζάκι μέσα στο σπίτι) και πράσινο σπιτικό σαπούνι. Μετά σαπούνιζαν γενναία και μας. Εμείς τα παιδιά το' χαμε για εκδρομή κάθε φορά κι όταν είχε καλό καιρό πλατσουρίζαμε με τις ώρες μες στο ποτάμι, όχι στα βαθιά, ξέραμε από μικρά τους κινδύνους. Παίζαμε, τρέχαμε, κυνηγούσαμε βατράχια, χέλια και καβρούς (καβούρια).

Μια φορά θυμάμαι, έπιασα ένα θηλυκό ετοιμόγεννο καβούρι. Σήκωσα προσεκτικά την κοιλιά του κι από μέσα ξεπήδησαν δεκάδες μικροσκοπικά καβουράκια. Στο χωριό ανακαλύπτεις εύκολα πως η φύση είναι μαγική.

Στο ίδιο ποτάμι που πλέναμε τα ρούχα, κάναμε μπάνιο και παίζαμε, έπιναν νερό και τα ζωντανά μας. Τα πρόβατα, τα κατσίκια και τα γαϊδούρια. Μας είχαν μάθει πως αν το νερό περάσει από δέκα πέτρες, καθαρίζει και έτσι μπορούμε να το πιούμε άφοβα.
Παρατηρούσαμε λοιπόν σε ποιο σημείο του ποταμιού θα πιει ο γάιδαρος νερό και πηγαίναμε μπροστά του. Τα γαϊδούρια είναι τα πιο καθαρά ζώα, δεν πίνουν όταν δεν είναι πεντακάθαρο το νερό.

Όταν δε μπορούσαμε να κάνουμε μπάνιο στο ποτάμι λόγω εποχής, η μάνα, μας έκανε μπάνιο μια φορά τη βδομάδα στη σκάφη. Καταμεσής της αυλής, με νερό που ζέσταινε σε μεγάλα τσικάλια (κατσαρόλες).

Ούτε νερό, ούτε όμως και ρεύμα είχαμε τότε στο χωριό.
Τα μαγειρεμένα φαγητά τα διατηρούσαμε στο φανάρι για να μην τα φτύσουν οι μύγες και το καλοκαίρι αποξηραίναμε διάφορα φρούτα και μαζεύαμε καρπούς για να τα τρώμε όλο το χειμώνα.
Όταν βράδιαζε άναβαν οι λάμπες, λουξ τα λέγαμε και η βραδινή διασκέδαση ήταν το αποσπέρισμα στις αυλές των σπιτιών. Με κουβέντα, φαγοπότι και μουσική αν ήταν κάποια γιορτή.
Όταν ήρθε το ρεύμα ήρθε και η τεχνολογία, η ασπρόμαυρη τηλεόραση. Στο μικρό μου χωριό, τη Φυλακή το οποίο σήμερα είναι χαρακτηρισμένο ως παραδοσιακός οικισμός, καθυστέρησε αρκετά να έρθει ο "πολιτισμός".

Στο σπίτι μας είχαμε πάρει την πρώτη τηλεόραση και κάθε βράδυ μαζεύονταν οι γειτόνοι για να δουν. Τότε δεν ήταν 24ωρο το πρόγραμμα. Αν θυμάμαι καλά ως τα μεσάνυχτα είχε τηλεόραση.
Τις ειδήσεις τις πρόβαλαν στις 9. Αυτό το θυμάμαι καλά γιατί ήταν η ώρα που πηγαίναμε για ύπνο τα μικρά παιδιά. Χωρίς αντιρρήσεις, χωρίς δωροδοκίες, χωρίς μαλώματα και διαπραγματεύσεις. Μόλις ακούγαμε τη μουσική έναρξη των ειδήσεων τρέχαμε αμέσως στα κρεβάτια μας.

Πολλά ευτράπελα γίνονταν μόλις απομακρυνόμασταν εμείς τ' ανήλικα. Τα μάθαμε πολλά χρόνια αργότερα. Τις εποχές εκείνες οι ζωές των παιδιών δεν μπερδεύονταν μ' αυτές των μεγάλων. Χωρίς να γνωρίζουν επιστημονικές μεθόδους ανατροφής αυτοί οι σχεδόν αγράμματοι άνθρωποι, ήξεραν πως να μας προστατεύουν. Από ένστικτο.

Όταν μεγάλωσα, έμαθα πως ένα βράδυ που βλέπανε μια ελληνική ταινία, η πρωταγωνίστρια τους εντυπωσίασε γιατί ήταν πολύ όμορφη και φορούσε ένα κοντό και προκλητικό για τα ήθη του χωριού φόρεμα. Αντί όμως να σοκαριστούν οι άνδρες, έσκυβαν τα κεφάλια τους χαμηλά στην τηλεόραση για να δουν αν φοράει εσώρουχο.

Φαντάζομαι πόσο ζωντανά, προκλητικά και καινούργια τους φαίνονταν όλα αυτά που έβλεπαν στο κουτί όπως το' λεγαν.
Και μένα μου φαίνονταν όλα ζωντανά και αληθινά όσα έβλεπα.

Μια φορά που έβλεπα μια ταινία μαζί τους, μου έκανε μεγάλη εντύπωση μια σκηνή. Θα' μουνα 6-7 χρονών, όχι παραπάνω, και είδα να φιλιούνται στο στόμα ένας άνδρας με μια γυναίκα. Σίγουρα ήταν το πρώτο φιλί που έβλεπα στη ζωή μου. Κοιτούσα με μεγάλη περιέργεια και μάλλον με αγωνία, γιατί μου είπαν πως φώναξα έντρομη και δυνατά "θα την εφάει!"
Όλοι γέλασαν φυσικά με την αθωότητά μου.

Όταν τ' αναπολώ όλα αυτά, έρχονται στιγμές που δεν πιστεύω πόσο τεράστια τεχνολογική πρόοδο έχω ζήσει σε λιγότερο από μισό αιώνα ζωής.

Από το νερό στο ποτάμι, το λουξ, την εξερεύνηση της φύσης, στο σήμερα.

Στην εξερεύνηση ολόκληρου του πλανήτη μέσα από μια οθόνη υπολογιστή και μερικά κουμπιά.

Αν αποδειχτεί τελικά θαύμα ή κατάρα η τόση πρόοδος δεν ξέρω. Το μέλλον θα δείξει.

Εγώ πάντως νιώθω Μαθουσάλας αναφορικά με την τεχνολογική πρόοδο που έχω ζήσει.


Μαρία Φουσταλιεράκη 15-4-2017

ΚΑΠΟΤΕ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


Τέτοια μέρα, τα παλιά χρόνια στην Κρήτη, είχαμε πένθος στο σπίτι μας. Σε κάθε σπίτι είχανε πένθος.
Αν και μικρά παιδάκια, καταλαβαίναμε και νιώθαμε πως είναι θλιβερή μέρα η σημερινή.

Η μάνα, μας έλεγε πως δεν έκανε να κάνουμε μπάνιο και κυρίως πως δεν έκανε να λούσουμε τα μαλλιά μας. Τρέμαμε μη λερωθούμε γιατί ό, τι και να γινόταν, μπάνιο δεν κάναμε.

Από φαγητό, νηστεύαμε όλη τη μεγαλοβδομάδα από κρέας και σήμερα νηστεύαμε και το λάδι. Χόρτα αλάδωτα, βραστά όσπρια και ψωμί ήτανε το φαγητό μας. Το τηρούσαμε πιστά.

Οι νοικοκυρές φουρνίζανε μοσχομυριστά λαπροκούλουρα και δεν τολμούσαμε ν' απλώσουμε το χέρι να πάρουμε ένα, όχι γιατί θα μας έδερνε η μάνα, που θα μας έδερνε, αλλά γιατί αυτό το "δεν κάνει" είχε φωλιάσει στην καρδιά μας και δεν παρακούαμε ούτε τη μάνα, ούτε το Χριστό.

Στολίζαμε τον επιτάφιο με λουλούδια απ' τους αγρούς, όλες οι γυναίκες μαζί και τα μικρά παιδιά, αγόρια κορίτσια. Τα χρώματα και οι μυρωδιές αγαλλιάζανε το μέσα μας.

Τους άνδρες δεν τους θυμάμαι να συμμετέχουν στον επιτάφιο, είχανε δουλειές στα χωράφια. Τους θυμάμαι μόνο πως ασχολούνταν με το σφάξιμο και το γδάρσιμο των αρνιών.

Αργότερα μετακομίσαμε και μεγάλωσα στην πόλη. Με τυποποιημένες λατρείες που με τα χρόνια ξεχάστηκαν μέχρι και οι επισκέψεις στην εκκλησία.

Μου λείπει αυτή η λαμπριάτικη ατμόσφαιρα του χωριό. Μου λείπει αυτή η κατάνυξη που τη νιώθαμε βαθιά ως το μεδούλι.

Όσο γερνά ο άνθρωπος, (όσο κι αν μας ξενίζει το ρήμα, αυτό συμβαίνει) , έχει την ανάγκη να επιστρέψει σε γνώριμες, σε αθώες μνήμες και γεύσεις.

Ίσως για να παρηγορήσει τον εαυτό του πως δε γεννήθηκε αμαρτωλός.


Μαρία Φουσταλιεράκη 14-4-2017

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΕΘΥΜΗΣΑ ΝΑ 'ΜΟΥΝ ΞΑΝΑ ΠΑΙΔΙ


Αυτή την εποχή πεθύμησα να 'μουν ξανά παιδί.
Ήθελα να τριγυρίζω σαν τη σφήκα στην κουζίνα, στα πόδια της μάνας και να την τραβώ απ' τα φουστάνια.
Να τη ρωτώ συνέχεια πότε θα ψηθούν τα κουλουράκια και γιατί αργεί να φουσκώσει η ζύμη για τα τσουρέκια.
Τα χεράκια μου να προσπαθούν να φτιάξουν όμορφα σχέδια στ' αυγά με φύλλα και λουλούδια και μονίμως να ‘μαι πασαλειμμένη μ' αλεύρι, εκεί ψηλά, ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου για να φτάνω τον πάγκο.
Πεθύμησα Πάσχα στο χωριό. Αλλά πάλι να 'μουν παιδί.
Τις γυναίκες να βοηθώ ν' ασπρίσουν τα πεζούλια μέχρι ν' αστράψουν και στην εκκλησία να τις ακολουθώ με την κεντημένη μου ποδιά, για να καθαρίσω μαζί τους τα μανουάλια κι όλα τ' άγρια χόρτα απ' τους τάφους.
Όταν είσαι παιδί, η ζωή κι ο θάνατος είναι τελείως φυσιολογικά. Μεγαλώνοντας, φόβοι μπαίνουν ανάμεσά τους και χάνεται μέρος της μαγείας.
Άμα κλείσω τα μάτια μυρίζω το Πάσχα των παιδικών μου χρόνων. Μυρίζει αθωότητα και φρέσκο βούτυρο.


Μαρία Φουσταλιεράκη 13-4-2017

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΧΡΟΝΟΣ


Οι σκέψεις μου βάρυναν σήμερα έτσι όπως έβλεπα μέσα απ’ το τζάμι τα μουντά σύννεφα που ερχόταν από μακριά και έφερναν βροχή. Δε με νοιάζει όταν βρέχει. Την αγαπώ τη βροχή. Με νοιάζει όμως που τα σύννεφα μου κρύβουν τον ήλιο.

Τον χρειάζομαι τον ήλιο για να σκέφτομαι περισσότερο καθαρά. Σα ρίζες που λιάζονται είναι οι σκέψεις μου τις βροχερές μέρες. Οι ρίζες μπορεί να μη βλέπουν τον ήλιο, αλλά τον νιώθουν. Επειδή δε βλέπουμε κάτι δε σημαίνει πως δεν υπάρχει κι όλας.

Σήμερα το πρωί ήπια τον καφέ μου μπροστά στο παράθυρο. Βλέποντας τη βροχή να πιτσιλάει τα πεζοδρόμια και τους βιαστικούς περαστικούς. Εγώ στεκόμουν όρθια στο παράθυρο και τους χάζευα. Μ’ αρέσει να χαζεύω τους ανθρώπους και να φαντάζομαι ιστορίες γι’ αυτούς.

Μια γυναίκα μου κέντρισε έντονα τη ματιά. Μια γυναίκα νέα που περπατούσε αφηρημένη. Ομπρέλα δεν κρατούσε, μα δε φαινόταν να τη νοιάζει αν χαλούσαν τα μαλλιά της. Είχε όμορφα μαλλιά, πολύ περιποιημένα.

Στάθηκε για ώρα μπροστά σε μια βιτρίνα και κοιτούσε επίμονα κάτι. Ήταν μακριά για να διακρίνω το αντικείμενο της προσήλωσής της.

Υποθέσεις μονάχα μπορούσα να κάνω. Η βιτρίνα είχε γυναικεία αντικείμενα και ήταν καλόγουστη.
Κι γω στέκομαι συχνά μπροστά της και θαυμάζω τα γυναικεία αξεσουάρ και τα υπέροχα ρολόγια της.
Ειδικά ένα ροζ ρολόι με μεγάλο καντράν μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση. Όχι μόνο εντύπωση για να είμαι ειλικρινής, μου έχει πάρει τα μυαλά εδώ και καιρό.
Όποτε περνάω τον απέναντι δρόμο και το κοιτάζω, η παρόρμησή μου κοντεύει να με λυγίσει και είμαι έτοιμη να μπω μέσα και να το αγοράσω.

Έχω φτάσει μέχρι το σημείο ν’ αγγίξω το χερούλι της πόρτας για να μπω μέσα στο κατάστημα, μα αντιστέκομαι και δε μπαίνω. Δεν είναι το υψηλό του κόστους το θέμα που δεν τ’ αποφασίζω. Η τιμή του είναι προσιτή.

Διαφορετικός είναι ο λόγος που αντιστέκομαι στην παρόρμησή μου.

Δε φοράω ρολόγια. Ποτέ δε φόρεσα. Αρνούμαι κάτι έξω από μένα να μετρά το δικό μου χρόνο.

Φυσικά και είναι χρήσιμο να γνωρίζω ανά πάσα στιγμή τι ώρα είναι. Διαφορετικά δε θα μπορούσα να συνεννοηθώ με τους ανθρώπους για τις συναντήσεις μας ή για τις υποχρεώσεις μου.

Μα νιώθω πως αν φορέσω ρολόι στον καρπό μου πως θα μου αποσυντονίσει τους φυσικούς μου σφυγμούς.
Ή στη χειρότερη περίπτωση θα μου τους κλέψει και θα πεθάνω.
Το ρολόι θα χτυπά έξω απ’ το κορμί μου, οι σφυγμοί μου θα χτυπούν ταυτόχρονα μέσα στο κορμί μου και γω φοβάμαι πως θα μπερδευτώ και θα ρεζιλευτώ στις πεποιθήσεις μου.
Αν φορέσω ρολόι, ο χρόνος θα μου κλείνει το μάτι πονηρά κάθε δευτερόλεπτο και θα μου λέει πως έγινα τελικά αυτό που φοβόμουν περισσότερο.

Πως έπαψα να ‘μαι ονειροπόλα και αφηρημένη, σαν τη γυναίκα με τα περιποιημένα μαλλιά, και πως έγινα συγκεκριμένη και καταναγκαστικά προγραμματισμένη.
Αυτό είναι κάτι που το τρέμω και το μισώ ταυτόχρονα.
Η γυναίκα με τα όμορφα μαλλιά συνεχίζει να στέκεται μπροστά στη βιτρίνα και να κοιτά, κι γω συνεχίζω να πλάθω ιστορίες για κείνη. Ακόμα βρέχεται, μα δεν τη νοιάζει.

Αναρωτιέμαι αν τη μάγεψε κι κείνη το ροζ καντράν του ρολογιού με τους κομψούς δείκτες που σε παραπλανούν και σε κάνουν να πιστεύεις πως ο χρόνος περνά όταν μετριέται από κάτι άλλο έξω από σένα τον ίδιο
Εγώ το χρόνο τον μετράω μέσα μου. Χωρίς χτύπους ρολογιών. Μονάχα με τους χτύπους της καρδιάς.

Ακανόνιστα χτυπάει η δική μου καρδιά. Ανάλογα με τις σκέψεις και τα ερεθίσματα που μεταφράζω σε συναισθήματα πριν τα βάλω μέσα μου.

Μ’ αρέσει πολύ να παρατηρώ τους περαστικούς ανθρώπους μέσα απ’ το παράθυρό μου.
Μ’ αρέσει να πλάθω ιστορίες μ’ αυτούς τους άγνωστους για πρωταγωνιστές.
Μ’ αρέσει που μου κρατούν συντροφιά όσο πίνω τον καφέ μου, κι ας μην τους γνωρίζω. Κι ας μη μάθουν ποτέ πως μέσα σ’ όλα τ’ άλλα που έκαναν σήμερα που έβρεχε, ήπιαν καφέ ελληνικό ερήμην τους.
Συντροφιά με μια άγνωστη ονειροπόλα που τους έκανε σήμερα πρωταγωνιστές στις σκέψεις και στα τετράδιά της.


Μαρία Φουσταλιεράκη 13-4-2017

ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΑ ΝΑ ΜΟΥ ΛΕΙΠΕΙΣ


Κουράστηκα να σε σκέφτομαι και να μην τολμώ να γράψω για σένα.
Γράφω για πολλά, όμως όχι για σένα. Τα δάχτυλα στο χέρι μουδιάζουν κάθε φορά που ξεκινώ με γράμμα που έχει μέσα τ’ όνομά σου.
Την παρόρμηση την έχω. Και την επιθυμία επίσης. Και μάλιστα έντονη. Μα δεν τολμώ. Γράφω μερικές γραμμές και σταματώ.

Τις διαβάζω και ξινίζει το βλέμμα μου.

Φτωχές μου φαίνονται και άνοστες. Σαν κακογραμμένα αισθηματικά τσέπης. Τις σβήνω με μανία και ξαναρχίζω. Πάλι δε με ικανοποιεί αυτό που διαβάζω.

Δε μπορώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει. Μέσα μου οι λέξεις που σε περιγράφουν είναι τόσο εντυπωσιακές και φανταχτερές. Έχουν χρώματα, γεύσεις και αρώματα μοναδικά.

Μόλις κλείνω τα μάτια και σε θυμάμαι, το δωμάτιο ταξιδεύει και με παίρνει μαζί του. Φοράω άνετα ρούχα για το ταξίδι, πάντα λευκά και σ’ ακολουθώ στα τυφλά.

Καμιά φορά περνάνε ώρες μέχρι ν’ ανοίξω πάλι τα μάτια μου και να βρεθώ μόνη στο κρεβάτι.
Εκεί προσπαθώ να γράψω μερικές αράδες για σένα. Για να σου τις στείλω. Θέλω να’ χουν τη μυρωδιά απ’ τα σεντόνια μου.
Σήμερα έστρωσα εκείνα που σ’ άρεσαν. Τα βάφτισες αγαπημένα σου, θυμάσαι;

Και το φαγητό που ετοίμασα σήμερα ήταν το πιο αγαπημένο σου απ’ όλα. Εμένα ποτέ δε μ’ άρεσε, αλλά δε στο αποκάλυψα ποτέ. Έκανα πως μ’ άρεσε γιατί άρεσε σε σένα.
Φρέσκα τα έχω όλα στο μυαλό μου όσα σε αφορούν. Θέλω τόσο πολύ να στα γράψω. Θέλω τόσο πολύ να στα θυμίσω.
Φοβόσουν πως θα σε ξεχάσω τώρα που έπρεπε να φύγεις. Πίστευες πως θα βρω άλλον για ν’ αγαπήσω. Εγώ δεν απαντούσα.

Δεν εμπιστεύομαι τα λόγια. Τα παίρνει ο αέρας και τα πάει όπου θέλει. Εμπιστεύομαι το χαρτί και το μελάνι.

Από τη μέρα που έφυγες δίπλα στο κομοδίνο μου έχω ένα γεμάτο τετράδιο με μουτζούρες. Δεν ήταν πάντα μουτζούρες.
Ήταν όλες μας οι λέξεις. Όλα μας τα αισθήματα. Όλα μας τα γέλια. Όλες οι εκδρομές και τα ταξίδια μας.

Έγραφα στο τετράδιο κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ κλαμένη. Πονούσε το χέρι μου, μα εγώ συνέχιζα.

Σκόπευα να σου ταχυδρομήσω το τετράδιο, μα τώρα δε μπορώ. Είναι άδειο από σελίδες. Τις έσκισα όλες. Μπερδεύτηκαν οι μουτζούρες με τις λέξεις και τώρα δε βγαίνει νόημα.

Τώρα δεν έχω αποδείξεις να με πείσω πως υπήρξες. Κανείς δε μπορεί να ‘ναι αληθινός αν δεν υπάρχουν σημάδια από μελάνι πάνω του.

Κουράστηκα να σε σκέφτομαι και να μη μπορώ να στο πω.

Πέρασε τόσος καιρός, γράφτηκαν και σκίστηκαν πολλά τετράδια. Το κομοδίνο μου είναι πια νεκροταφείο αναμνήσεων. Αναμνήσεων πικρών.

Ίσως ποτέ δεν έφυγες από κοντά μου. Ίσως να πέθανες κι εγώ να μη μπορώ καθόλου να το αποδεχτώ.


Μαρία Φουσταλιεράκη 30-3-2017

ΕΠΑΨΑ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΩ


Έπαψα από καιρό να περιμένω
τα κόκκινα χαλιά φυλαγμένα
τα βάζα άδεια από λουλούδια
τ' ασημικά χλώμιασαν αγυάλιστα
τα προικιά φαγώθηκαν από σκόρους

Να ξεσκονίσω αύριο,
χρόνια έχει να' ρθει επισκέπτης στο σπίτι.

Τώρα που το θυμήθηκα, να κοιτάξω στο πατάρι,
μου φαίνεται πως έχω λουλούδια φυλαγμένα.


Μαρία Φουσταλιεράκη 12-4-2017

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ


Τρεις στιγμές ήταν συγκλονιστικές στο παράξενο όνειρο που είδε τα ξημερώματα. Λέγεται, πως το όνειρο είναι η ύστατη στιγμή της πραγματικότητας να μας κάνει να καταλάβουμε τ' αυτονόητα ή ακόμα, να βρει λύσεις στο πρόβλημα που μας κάνει να χάνουμε τον ύπνο μας.
Όταν οι απαντήσεις βρίσκονται κάτω απ' τη μύτη μας, αλλά εμείς δε βλέπουμε τίποτα λόγω συναισθηματικής μυωπίας, έρχονται τα όνειρα για να μας σώσουν.

Στην αρχή ήταν βράδυ. Η εποχή ήταν απροσδιόριστη. Δεν ένιωθε ζέστη, μα ούτε και κρύο. Φορούσε ρούχα μάλλον ελαφριά. Άνοιξη θα 'ταν, ή αρχή φθινοπώρου.
Ποιος ξέρει. Μέσα στην ησυχία της νύχτας, μόνο τα βήματα και οι ανάσες τους ακούγονταν. Ερημιά. Άλλοι άνθρωποι δεν υπήρχαν τριγύρω. Σαν παραλία έμοιαζε ο τόπος εκείνος.
Ένας άνδρας και μια γυναίκα περπατούσαν βιαστικά. Στους ώμους κουβαλούσαν από ένα φέρετρο. Ήξεραν καλά από που έρχονταν και ακόμα καλύτερα το που πήγαιναν. Μάλλον η γυναίκα ήταν ο αρχηγός, γι ' αυτό και προχωρούσε πρώτη. Ο άνδρας μάλλον ήταν ο συνεργάτης της.
Μόλις έφτασαν στο σημείο που 'χαν κρύψει τ' αυτοκίνητα, είδαν δυο άγνωστους μαυροφορεμένους άνδρες να τα κλέβουν. Έβαλαν μπροστά τις μηχανές και χάθηκαν στο σκοτάδι αναπτύσσοντας μεγάλη ταχύτητα. Δεν πρόλαβαν να τους σταματήσουν. Πανικός, κοιτάγματα απόγνωσης κι αιφνίδια αλλαγή σκηνικού.

Ο σύντροφος στο τιμόνι οδηγούσε αμέριμνα.
Συνοδηγός εγώ. Πάλι αγωνία. Για κάποιο άγνωστο λόγο, έπρεπε να επιστρέψουμε σύντομα από κει που φύγαμε. Δεν έπρεπε να θυμώσουν αυτοί που μας περίμεναν.
Οι συνέπειες θα ήταν ολέθριες για όλους.
Ο άνδρας - οδηγός αγνοούσε τις εκκλήσεις μου να βιαστεί. Κάθε λεπτό που περνούσε, φοβόμουν όλο και περισσότερο για τις ζωές μας.
Εκείνος, χωρίς να έχει καμία συναίσθηση της σοβαρότητας της κατάστασής μας, διασκέδαζε με την αγωνία μου κι αστειευόταν κι από πάνω.
Θύμωνα τόσο πολύ που δεν καταλάβαινε. Αυτός ο συνδυασμός φόβου και θυμού, μου 'χε θολώσει το μυαλό.
Απ' τα νεύρα μου που δεν υπέκυπτε ούτε στις φωνές, ούτε στα παρακάλια να γυρίσουμε πίσω, έβαλα τις φωνές και τα κλάματα και σταμάτησα να προσπαθώ να τον πείσω με τη λογική.
Παραιτήθηκα.
Απόγνωση.
Μιλούσαμε εντελώς διαφορετικές γλώσσες.
Ετερώνυμα.
Τέλος σκηνικού.

Στο τρίτο, ήταν μέρα. Βρεθήκαμε να περπατάμε σε μια παραλία, εγώ και ένας άνδρας. Θυμάμαι την άμμο ν' αγγίζει τα ξυπόλητα πόδια. Ήταν ζεστή.
Μόλις του είχα ανακοινώσει πως ήθελα να χωρίσουμε. Ήταν το ίδιο πρόσωπο.
Ο νυχτερινός σύντροφος, ο οδηγός, κι αυτός ο άνδρας που χώριζα στην παραλία.
Δεν του άρεσε καθόλου αυτό που άκουσε. Αντέδρασε
έντονα. Αυτός δεν ήθελε να χωρίσουμε. Το πρόσωπό του, αν και σκληρό, έδειχνε πως πονά. Φώναζε.
Κάτι μου 'λεγε πως του χρωστάω. Ίσως εξηγήσεις. Ίσως κάποιο δικό του αντικείμενο ή ένα δώρο που δεν ήθελε να έχω πια στην κατοχή μου.
Δε θυμάμαι καλά.
Θυμάμαι όμως πως γύρισα την πλάτη κι έφυγα αποφασισμένη να μην επιστρέψω.
Ενώ είχα κάνει μερικά βήματα μακριά του, έστρεψα το σώμα μου και του έδειξα την άμμο ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια μου.
Στη χαρίζω όλη αυτή για να με θυμάσαι, του είπα.

Κι αυτή η φράση, είναι ό,τι ειπώθηκε ηχηρά με λέξεις σ' ένα ταραγμένο όνειρο που διαδραματίστηκε βουβό.


Μαρία Φουσταλιεράκη 28-3-2017