Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΟ ΣΑΚΙΔΙΟ ΦΥΛΑΓΕΣ ΕΝΑ ΚΑΛΕΙΔΟΣΚΟΠΙΟ ΓΙΑ ΩΡΑ ΑΝΑΓΚΗΣ



Θυμάμαι τότε που σε τρέλαινα στις ερωτήσεις. Κάθε απάντηση, έστω και μασημένη, αντί να με διαφωτίζει, με μπέρδευε χειρότερα και μου γεννούσε συνεχώς καινούριες.

Δε μου έβαζε τα ερωτηματικά η περιέργεια στο στόμα. Καθόλου.
Η αγωνία να καταλάβω εσένα και τον παράξενο κόσμο που διάλεξες για να ζεις, στον τοίχο σ' έστηνε σε απόσταση αναπνοής.

Γυμνό, χωρίς μαντήλι στα μάτια. Δεν το χρειαζόσουν, έλεγες.
Είχες κάτι σπασμένα γυαλιά που έβλεπαν τον κόσμο μικρό και ασήμαντο.

Στο σακίδιό σου φύλαγες για ώρα ανάγκης ένα καλειδοσκόπιο.

Ό,τι και να γινόταν, όσο χαρούμενος ή δυστυχισμένος κι αν ήσουν, είχες βρει τον τρόπο να φεύγεις απ' την πραγματική ζωή.
Χαρταετός γινόσουν με μια ουρά μακριά που σερνόταν στο έδαφος.

Στο πέρασμά της σκόνη δεν ήταν ικανή να σηκώσει και ν' αναγκάσει τα σκυμμένα κεφάλια να στραφούν στον ουρανό, μα κάποτε σε πέτρες και σκουπίδια μπερδευόταν.

Κοβόταν καμιά φορά κι όλας, αλλά εσύ ήσουν ψηλά και δεν μπορούσες να το δεις.

Την πρώτη φορά που συνέβη, έτρεξα με τα σύνεργα ραπτικής και μπάλωσα όπως-όπως το σκισμένο κομμάτι της ουράς.
Ένιωσα ικανή βλέποντας το αποτέλεσμα και χάρηκα που αν και ιδέα δεν είχα από μπαλώματα, τα κατάφερα.

Τη δεύτερη φορά έγινε μεγαλύτερη ζημιά. Δεν έτρεξα. Κοιτούσα απογοητευμένη τα κουρέλια σου να σέρνονται ματωμένα κι εσένα να χαίρεσαι που ανέβηκες ακόμα πιο ψηλά και κανένα πόνο δεν ένιωθες ή ντροπή.

Σκέφτηκα ώρα πολλή με λογική και κατέληξα πως αφού κατάφερα να διορθώσω τη ζημιά πριν λίγες μέρες και τώρα θα τα κατάφερνα αν προσπαθούσα ακόμα πιο σκληρά. 
Έπρεπε να σε βοηθήσω. 
Η συνείδησή μου δε μ' άφηνε να σου γυρίσω την πλάτη ή να σε κλωτσήσω όσο ήσουν πεσμένος.

Οι φίλοι μου λέγαν πως είμαι ανόητη και πως ανώφελο είναι να ξοδεύω τις
ακριβές μου κλωστές για να μπαλώσω κάτι που δεν ήξερα αν άξιζε καν τον κόπο και που δεν ήταν καν δικό μου. Με βάλανε σε σκέψεις.

Σε παρακάλεσα να κατέβεις μια στιγμή απ' τα σύννεφα και να με βοηθήσεις να σε βοηθήσω να συναρμολογηθείς ξανά. 
Συμφώνησες γιατί έπρεπε κι εσύ να ξεκουραστείς. 
Το πέταγμα σε είχε εξαντλήσει.

Σ' ένα κρύο κι αφιλόξενο δωμάτιο με πήγες και δεν είχες να μου προσφέρεις τίποτα για να με καλωσορίσεις. Δε στέκομαι εγώ στα τυπικά, σου είπα για να μη σε κάνω να νιώσεις άβολα και ανεπαρκής.
Από τη χούφτα μου έβγαλα ένα κουλουράκι κι ένα φλυτζάνι καφέ και σε κέρασα.

Δάκρυσα την ώρα που τα ψίχουλα μ' επιμέλεια μάζευες για να μη λερώσουν το γυμνό από χαλιά πάτωμα.

Χάρηκα. 
Σκέφτηκα πως δεν είχες γίνει ολόκληρος ένας χαρταετός.
Κάπου μέσα σου υπήρχε ακόμα ένα ανθρώπινο κομμάτι που δεν ένιωθε την ανάγκη να γίνεται συνεχώς κάτι άλλο.

Μια ελπίδα ίσως υπάρχει να ξαναγυρίσεις στον κόσμο των ζωντανών, σου είπα ψιθυριστά για να μην το ακούσεις.

Όταν εξαντλήθηκες απ' το μακρινό ταξίδι, αποκοιμήθηκες κουλουριασμένος σε εμβρυακή στάση.
Σε σκέπασα προσεκτικά, μα φιλί καληνύχτας δε σου έδωσα.

Κάθισα δίπλα σου και πήρα στα χέρια μου το τετράδιο που έγραφες τις σκέψεις σου. Εκεί κατέγραφες όλα τα επίπονα ταξίδια του εθισμού σου.

Ξεκίνησα να διαβάζω αργά. 
Ήθελα να γνωρίσω αυτό το κομμάτι σου που σε είχε κλέψει από τη ζωή και από μένα. 
Μ' αυτό τον τρόπο λίγο από εσένα ήθελα να πάρω μαζί μου όταν θα έφευγα σε λίγο. 

Εσένα που σε είχα πραγματικό και ολόκληρο μόνο μέσα από κείνες τις σκληρές και γυμνές λέξεις στο τετράδιο.

Όλες τις καινούριες λέξεις που έμαθα δίπλα σου θέλω να τις ξεχάσω.
Αταίριαστες ήταν όλες στα δικά μου χείλη κι ας αναγκάστηκα να τις πω και γω πολλές φορές για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε σε ένα ενδιάμεσο σύμπαν.

Φόρεσα τα παπούτσια μου κι έφυγα δίχως να γυρίσω να σε κοιτάξω.
Δεν ήθελα να έχω αυτή την εικόνα σου ως τελευταία στο μυαλό μου.
Έκλεισα τα μάτια και σε σκέφτηκα τότε που ήσουν ξέγνοιαστος και μου χαμογελούσες. 
Τότε που ήσουν γεμάτος όμορφα όνειρα και έρωτα.
Το πρόσωπό και το κορμί σου ήταν διαφορετικά. 

Μετά άλλαξες.
Ξεκίνησες να βάζεις δηλητήριο μέσα στην ψυχή σου.

Μαζί μου πήρα τα προσωπικά μου αντικείμενα. Δεν τα χρειαζόμουν, μα σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να μην τα έβλεπες όταν θα ξυπνούσες.
Μπορεί σ' αυτό το ταξίδι να με ξεχνούσες ή να με άφηνες για πάντα πίσω σου.

Στο δρόμο συνάντησα μια κουρασμένη γυναίκα να περπατά σκυφτά με ένα μπόγο στην πλάτη. Μου φάνηκε πως θα της ήταν χρήσιμα.
Σταμάτησα το αυτοκίνητο και της τα πρόσφερα αμίλητη.

Τα πήρε και με ρώτησε γιατί.

Κοίτα να παραμείνεις ζωντανή της είπα μόνο, έβαλα μπροστά κι έφυγα.


Μαρία Φουσταλιεράκη 30-10-2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...