Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΠΗΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΠΟΥ ΜΟΥ' ΧΕΣ ΔΩΣΕΙ


Κουλουριασμένος στη σκοτεινή σου γωνιά, χαμπάρι δε με πήρες όταν ήρθα.
Είχαμε ραντεβού πολύ αργότερα, έπρεπε να τελειώσω τις δουλειές που άφησα μισές από χθες.
Ξεμπέρδεψα νωρίτερα απ’ όσο υπολόγιζα, στάθηκε καλή η μέρα σήμερα μαζί μου κι είχα στη διάθεσή μου αρκετό χρόνο μέχρι να βρεθούμε.

Μόλις επέστρεψα στο σπίτι μου ξάπλωσα να ξεκουραστώ.
Έπρεπε να βγάλω οπωσδήποτε, έστω και για λίγο, τα τακούνια που με είχαν κουράσει. Τα φορούσα απ’ το πρωί.
Βολεύτηκα στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Δε ρίσκαρα να κοιμηθώ κανονικά και να βαθύνω στο άνετο κρεβάτι μου. Μπορεί να μην ξυπνούσα έγκαιρα, τόσο κουρασμένη ένιωθα. 
Ήθελα πολύ να σε δω. Μου ‘χες λείψει κι ας ήμασταν μαζί ως το ξημέρωμα.

Αναστέναξα στη σκέψη σου κι έκλεισα τα μάτια για λίγο. Ένα πλάκωμα έκατσε ξαφνικά πάνω στο στήθος και μ’ εμπόδιζε ν’ αναπνέω κανονικά.
Το ταβάνι μου φάνηκε πως χαμήλωσε και κόντευε να μ’ ακουμπήσει. Η καρδιά μου άρχισε  να χτυπά ακανόνιστα και δυνατά.
Κάτι κακό συμβαίνει, σκέφτηκα και πριν πανικοβληθώ προσπάθησα να ελέγξω την αναπνοή μου.
Μια ακόμα κρίση πανικού θα ήταν ό,τι χειρότερο για μένα αυτή τη στιγμή. Έπρεπε πάση θυσία να παραμείνω ήρεμη και νηφάλια. Ξεκίνησα να μετρώ και ν’ αναπνέω ρυθμικά.
Στάθηκε αδύνατο να ελέγξω τον εαυτό μου.
Το σπίτι που λάτρευα, ξαφνικά δε με χωρούσε, είχε γίνει εχθρικό και μ’ έδιωχνε.

Ξέχασα την κούραση, τα σχέδια να κάνω το αφρόλουτρο που υποσχόμουν εδώ και βδομάδες στον εαυτό μου και σα να με κυνηγούσαν χίλιοι δαίμονες μαζί, ξαναφόρεσα τα παπούτσια μου, άρπαξα την τσάντα μου και ξεκίνησα να έρθω να σε βρω.
Αυτή η ξαφνική φυγή ήταν μια εντελώς αψυχολόγητη κίνηση για μένα και τελείως έξω απ’ τις συνήθειές μου. Ως άνθρωπος θεωρούμουν από όλους εξαιρετικά πειθαρχημένη και λογική.
Εξάλλου ποτέ δεν είχα έρθει να σε συναντήσω χωρίς να το έχουμε συμφωνήσει και οι δύο νωρίτερα.
Αλλά δε με ένοιαζαν οι συμφωνίες μας αυτή τη στιγμή. Γιατί τώρα φοβόμουν. Φοβόμουν πολύ.

Σε λιγότερο από 20 λεπτά βρέθηκα παρκαρισμένη έξω απ’ το σπίτι σου. Η κίνηση ήταν αραιή, γι’ αυτό έφτασα τόσο σύντομα.
Αυτή η διαπίστωση με καθησύχασε προς στιγμή.
Η πεποίθηση πως η μέρα συνέχιζε να μου δείχνει την καλοσύνη της και άρα όλα εξακολουθούσαν να είναι φυσιολογικά, με ηρέμησε κάπως.
Έσβησα τη μηχανή και σκέφτηκα μήπως είναι ανόητο που ήρθα έτσι παρορμητικά να σε βρω και πως ίσως έπρεπε  να επιστρέψω στο σπίτι μου.

Το πλάκωμα στο στήθος ξανάρθε ακόμα πιο έντονο από πριν και χωρίς δεύτερη σκέψη κλείδωσα και μπήκα στην οικοδομή σου. Κάλεσα το ασανσέρ και περίμενα μ’ ανυπομονησία μέχρι ν’ ανέβω στον όροφό σου.

Μπήκα με το κλειδί που μου ‘χες δώσει εσύ. Το εφεδρικό. Φοβόσουν μήπως έχανες το δικό σου κάποια μέρα. Έχανες συχνά πράγματα εσύ. Εγώ ποτέ δεν έχανα τα δικά μου.
Στην αρχή νόμιζα πως λείπεις. Τα φώτα στο διαμέρισμά σου ήταν όλα σβηστά.
Την ώρα που σκεφτόμουν να φύγω και να σου τηλεφωνήσω απ’ το δρόμο, σα να είδα μια υποψία φωτός απ’ τη χαραμάδα της κρεβατοκάμαράς σου.
Αμέσως ησύχασα στη σκέψη πως μάλλον κοιμόσουν και πως άδικα ανησύχησα τόσο πολύ.

Τον τελευταίο καιρό ο ύπνος σου είχε γίνει άτσαλος, βασανιζόσουν από συχνές αϋπνίες και ψυχεδελικά, όπως έλεγες, όνειρα.
Το νυχτερινό ύπνο αναπλήρωνες στις πιο περίεργες ώρες μέσα στη μέρα.

Άνοιξα την πόρτα χωρίς θόρυβο και με χαμόγελο ανακούφισης στα χείλη. Φαντάστηκα πως θα ένιωθες έκπληξη και θα ήσουν χαρούμενος αν ξυπνούσες και μ’ έβρισκες δίπλα σου, στο κρεβάτι σου.
Το χαμόγελο έγινε παιχνιδιάρικο στη σκέψη των ξαπλωμένων κορμιών μας και με φανταζόμουν ήδη ημίγυμνη πάνω στα σεντόνια σου.

Το ερεθισμένο χαμόγελό μου εξαφανίστηκε μόλις άνοιξα αρκετά την πόρτα και σε είδα.
Δεν κοιμόσουν. Δεν ήσουν καν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, εκεί που σε φανταζόμουν, στη μεριά σου.
Στο πάτωμα βρισκόσουν, δίπλα απ’ το κρεβάτι.
Ήσουν καθισμένος. Ένα ανθρώπινο κουβάρι που καθόταν στο πάτωμα με τα γόνατα λυγισμένα και την πλάτη γυρισμένη προς Την πόρτα.

Εσύ δε με είδες. Δεν κατάλαβες καν πως ήρθα.
Με τα χέρια είχες αγκαλιάσει τα γόνατα. Είχες το κεφάλι σου σκυμμένο και ήσουν εντελώς ακίνητος.
Μονολογούσες ή τραγουδούσες χαμηλόφωνα. Δεν κατάλαβα στην αρχή.
Αυτή η εικόνα που αντίκρισα αρκούσε για ν’ ανησυχήσω πραγματικά.
Κάτι δεν πήγαινε καλά. Αυτό ήταν το μόνο για το οποίο ήμουν απόλυτα σίγουρη εκείνη τη στιγμή.
Ήρθα κοντά σου σιγανά για να μη σε τρομάξω. Εγώ ήμουν πολύ τρομαγμένη.

Μονάχα όταν πλησίασα αρκετά, μπόρεσα να σε δω ολόκληρο.
Δεν έβλεπα καλά από μακριά. Το δωμάτιο φωτιζόταν από ένα κερί που βρισκόταν δίπλα σου, στο πάτωμα.
Είχε μικρύνει πολύ και κινδύνευε να σβήσει από ώρα σε ώρα.
Πρέπει να έκαιγε εδώ και ώρες.
Το λιωμένο κερί είχε γεμίσει κόκκινα στερεοποιημένα σχήματα στο πιάτο που το είχες τοποθετήσει.

Όμορφα χρωματιστά σχέδια μα παράταιρα με το υπόλοιπο σκοτεινό σκηνικό, σκέφτηκα, ίσα για να δώσω λίγα δευτερόλεπτα χρόνο στον εαυτό μου να συνειδητοποιήσει αυτό που έβλεπε.
Και για να πάρω μια ανάσα και ν’ αντέξω αυτά που θ’ ακολουθούσαν.

Κάθισα και γω στο πάτωμα ακριβώς πίσω σου και σ’ αγκάλιασα προσεκτικά απ’ τους ώμους.
Δεν αντέδρασες καθόλου. Συνέχισες να είσαι ακίνητος και να μουρμουρίζεις.
Δεν τραγουδούσες φορώντας τ’ ακουστικά σου όπως αρχικά υπέθεσα.
Έφερα το αυτί μου κοντά στο στόμα σου και προσπάθησα να καταλάβω τι έλεγες.

Άκουσα μια ακαταλαβίστικη φράση, μετά σταματούσες, ανέπνεες και πάλι κάτι έλεγες.
Αυτό γινόταν συνεχώς.
Μουρμουρητό, παύση, αναπνοή, νέο μουρμουρητό.
Με δυσκολία, μετά από μερικές φορές, έβγαλα νόημα σ’ αυτά που έλεγες.

«Θα τα καταφέρω, ήρθε η ώρα μου να τα καταφέρω»,
ξεχώρισα τα λόγια σου.

Έβαλα τα κλάματα. Βουβά, για να μη σε ταράξω. Η αδύναμη φωνή σου έσταζε τέτοιο πόνο που δεν τον άντεχα.
Απόρησα πως τον άντεχες εσύ.
Σηκώθηκα, ήρθα μπροστά σου και γονάτισα. Σου έπιασα το κεφάλι με τα δυο μου χέρια και το σήκωσα απαλά για να σε αναγκάσω να με κοιτάξεις.
Για να δεις πως ήρθα. Για να δεις πως είμαι κοντά σου.

Δε σου μίλησα. Δεν είχε νόημα με λέξεις να σου πω όλα αυτά που ένιωθα βλέποντάς σε σ’ αυτή την κατάσταση.
Σ’ αγκάλιασα. Οι αγκαλιές πάντα μιλάνε καλύτερα.
Αντέδρασες. Κουνήθηκες λίγο. Τα μάτια σου θαρρείς και γύρισαν από ένα πολύ μακρινό και κουραστικό ταξίδι.
Με είδες. Ανταποκρίθηκες ενστικτωδώς στην αγκαλιά μου.
Θυμήθηκα που μου έλεγες συχνά πως πάντα η αγκαλιά μου σου ‘λεγε τις ομορφότερες ιστορίες που είχες ακούσει ποτέ.

Μετά από μερικά λεπτά που αγκαλιαζόμασταν χωρίς να μιλάμε, ένιωσα το κορμί σου να ξεπαγώνει και να μετατρέπεται σε μαλακό και εύπλαστο.
Κόλλησες ολόκληρος πάνω μου και μ’ έσφιξες δυνατά.

Ήρθες, μου είπες ξέπνοα. Το’ ξερα πως θα’ ρθεις. Μου είχεις υποσχεθεί πως πάντα θα ‘ρχεσαι. Δεν το ξέχασα.
Χαμογέλασες ελαφρά και το πρόσωπό σου ξανάγινε ανθρώπινο. Προηγουμένως ήταν μια μάσκα πόνου.
Ναι, ήρθα, σου απάντησα. Πάντα θα ‘ρχομαι. Στο’ χω πει εδώ και καιρό και ανταπόδωσα το χαμόγελο.

Μέσα μου όμως δε χαμογελούσα. Μακάριζα την καλή μου μέρα που σε πρόλαβα. Που σε πρόλαβα ζωντανό γι’ ακόμα μια φορά.

Μνήμες παλιές και ήχοι που πάλευα νυχθημερόν να ξεχάσω, κατέκλυσαν το μυαλό μου.
Φωνές να καλούν σε βοήθεια και ασθενοφόρα να στριγκλίζουν μέσα στη νύχτα. Εσύ να είσαι χωρίς αισθήσεις. Χωρίς συνείδηση της πραγματικότητας και μ’ ελάχιστα ίχνη ζωής μέσα σου.

Στον κόσμο που είχες διαλέξει για να ζεις, είχε μέρα - νύχτα σκοτάδι. Ήταν ύπουλος και κακός και σε τραβούσε όλο και βαθύτερα μέσα του. Για να σε κάνει ολοκληρωτικά δικό του μια μέρα.
Εσύ όμως, τα τελευταία χρόνια είχες αποφασίσει να ζεις συνέχεια στο φως. Σου άρεσε αυτή η ζωή γιατί έχει φως και χρώματα, έλεγες.
Από παιδάκι ήθελες να κοιμάσαι με τα φώτα ορθάνοιχτα. Το έτρεμες το σκοτάδι.
Σήμερα το σκοτάδι σου χτύπησε ξανά την πόρτα και σε καλούσε κοντά του στο πρόσωπο ενός φίλου απ’ το παρελθόν.
Στην αρχή ούτε που σου περνούσε απ’ το μυαλό να του ανοίξεις.
Μα ήταν πιεστικός πολύ και πειστικός.
Κάτι για χάρες που πρέπει να ξεπληρωθούν έλεγε, γι’ ανταπόδοση και δανεικά έλεγε και δε σταματούσε να σε δελεάζει και να σε απειλεί μέχρι να του ανοίξεις. Μια φορά μόνο, έλεγε, για χάρη της παλιάς μας ζωής, έλεγε .
Πραγματικά δεν ήξερες τι να κάνεις. Κι αυτός ο πονοκέφαλος δεν έλεγε να σ’ αφήσει να σκεφτείς καθαρά.

Υπερκόπωση είχε διαγνώσει ο γιατρός τις τελευταίες μέρες και σε είχε βάλει σε υποχρεωτική ανάπαυση.
Η πνευματική και ψυχική κούραση της καινούργιας απαιτητικής ζωής, σε συνδυασμό με τη σωματική κόπωση από τις εξαντλητικές βάρδιες και τα άυπνα βράδια με τα ψυχεδελικά όνειρα που είχαν ξαναγυρίσει, σε είχαν κάνει ευάλωτο.

Κρατήθηκες όμως. Από όταν σου πέρασε απ’ το μυαλό να δεχτείς την προσφορά του, σκέφτηκες εμένα. Ήθελες να με πάρεις τηλέφωνο και να μου πεις πως κινδυνεύεις.
Γιατί ήξερες πως αμέσως θα’ τρεχα στο πλάι σου όπου και να βρισκόμουν και όσο μακριά και να ήμουν.
Δεν το έκανες όμως. Δεν ήθελες γι’ ακόμα μια φορά να με βάλεις σε κίνδυνο να τρακάρω απ’ την αγωνία μου να φτάσω έγκαιρα και να βεβαιωθώ πως είσαι καλά.

Θυμόσουν πως θα΄ρθω νωρίς απόψε κι έκανες υπομονή.
Ήταν καιρός ν’ αντιμετωπίσεις ολομόναχος το προσωπικό σου σκοτάδι, τις αποφάσεις και τα λάθη σου.

Αισθάνθηκα πολύ περήφανη για σένα που στάθηκες απέναντι στο παρελθόν σου και το αντιμετώπισες.
Το ένστικτο της αυτοπροστασίας και η αγάπη σου για μένα βρισκόταν σε εγρήγορση εκείνη την ώρα. Ευτυχώς.
Ανάπνευσα ανακουφισμένη και σ’ έσφιξα ακόμα δυνατότερα στην αγκαλιά μου. Άφησα ελεύθερα τα δάκρυα που συγκρατούσα με κόπο τόση ώρα.

Σ’ ευχαριστώ, ψιθύρισα στο κερί που κόντευε να σβήσει.
Σ’ ευχαριστώ που με περίμενες μέχρι να έρθω.
Υποσχέθηκα στον εαυτό μου, αύριο το πρωί, να γεμίσω με κεριά το σπίτι. Σε όλα τα μεγέθη και τα χρώματα.

Ποτέ δεν ξέρεις πόσα κεριά θα χρειαστούν για να φωτίσουν ένα σκοτάδι που σου χτυπά αναπάντεχα την πόρτα.



Μαρία Φουσταλιεράκη 3-9-2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...