Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΕΛΠΙΔΑΣ


Μια σχεδόν μεσήλικη και ιδιαιτέρως κομψή κυρία ήρθε να με συναντήσει χθες το απόγευμα, ενώ εγώ έπινα αμέριμνη και βυθισμένη στις σκέψεις μου τον καφέ μου.
Με διάλεξε, μου είπε, για να μου διηγηθεί μια ιστορία που θα με ενδιέφερε.
Εκείνη τη στιγμή δεν είχα καμιά όρεξη να την ακούσω και προσπάθησα να την ξεφορτωθώ ευγενικά.
Άκουγε με προσοχή τις δικαιολογίες που της έλεγα.
Στην πραγματικότητα δεν ήταν δικαιολογίες, απλά στο μυαλό μου είχε καρφωθεί μια διαφορετική ιστορία και δεν ήθελα να χάνω άλλο χρόνο με την εισβολή της.

Μετά τον καφέ σκόπευα ν' αρχίσω να γράφω για μια επέτειο που ο πρωταγωνιστής με είχε παρακαλέσει να τη νιώσω και να τη γράψω με διακριτικότητα γιατί ακόμα τον πονούσε πολύ.

Πάρε το χρόνο σου, μου είπε, εγώ θα φύγω και θα ξανάρθω.
Όταν θα είσαι έτοιμη, θα ξανάρθω.
Συμφώνησα απρόθυμα και αποχαιρετώντας την, χωρίς να έχω καμιά επιθυμία να μάθω το παραμικρό για τη ζωή της, τη ρώτησα ξαφνικά γιατί διάλεξε εμένα.
Μου χαμογέλασε και μου' πε, τυχαία.
Εγώ όμως επειδή δεν πιστεύω στα τυχαία, της το είπα.
Διάβασα κάτι δικό σου, μου είπε αυτή τη φορά και μου άρεσε.
Ήρθε η ώρα να πω και γω την ιστορία μου.
Δεν ξέρω αν θ' αρέσει, μα ξέρω πως θα βοηθήσει κάποιον.
Τουλάχιστον εσένα.
Σε τι θα με βοηθήσει εμένα, τη ρώτησα απορημένη.
Στο να καταλάβεις γιατί γράφεις.
Εσύ νομίζεις πως γράφεις γιατί δεν ξέρεις πώς να ζωγραφίζεις.
Δεν είναι όμως όλη η αλήθεια αυτή. Γράφεις γιατί δε μπορείς να κάνεις διαφορετικά.
Θα τα πούμε τα μεσάνυχτα, μου είπε κι έφυγε.

Τα μεσάνυχτα ακριβώς ξεκίνησα να γράφω την ιστορία της.
Την ιστορία της γυναίκας που δε μου αποκάλυψε ποτέ το όνομά της.
Την ιστορία της γυναίκας που έμενε για πολλά χρόνια στη γειτονιά μου, χωρίς να την έχω ποτέ εγώ συναντήσει.
Ζούσε στην οδό Ελπίδας, στον αριθμό 13.
Στο μικρό διαμέρισμα που πολύ αργότερα ήρθε στην κατοχή μου, αφού προηγουμένως είχα δεχτεί μια διαθήκη και μια ευχή.
Η ιστορία της άγνωστης με κράτησε τελικά ξύπνια όλη τη νύχτα.
Χρειάστηκα όλες μου τις δυνάμεις και πολλές κούπες με δυνατό σκέτο καφέ για να με κρατήσουν νηφάλια.
Μου απαγόρευσε να κρατήσω σημειώσεις.
Εκείνη θα μου αφηγούνταν την ιστορία της και θα έφευγε μόλις ξημέρωνε.
Δεν θα την έβλεπα ποτέ ξανά.
θα ήξερα ακριβώς τί έπρεπε να κάνω μετά, έτσι μου είπε.
Και έτσι απλά, έτσι αναπάντεχα, εισέβαλε στη ζωή μου Εκείνη και η ιστορία της ζωής της.

"..... Βρισκόταν στην εσοχή ανάμεσα σε δυο πολυκατοικίες, ακριβώς στη γωνία.
Αν κάποιος πεζός διέσχιζε την οδό Ελπίδας και περπατούσε βαριεστημένα ή χαλαρά, είχε πολλές πιθανότητες να δει το μπαλκόνι με τα πολλά λουλούδια και να σταματήσει για να το θαυμάσει.
Στο διαμέρισμα που ήταν μια σταλιά, αλλά υπερ αρκετό για να στεγάσει ένα μόνο άνθρωπο, ζούσε μια γυναίκα μοναχική.
Με κανέναν στη γειτονιά δεν είχε αναπτύξει σχέσεις πέρα από τα τυπικά καλημεροσπερίσματα.
Επισκέψεις απ' τους γείτονες δε δεχόταν.
Τηλέφωνο δεν είχε και γενικά δε ζούσε με τη βοήθεια των τεχνολογικών επιτευγμάτων της εποχής μας.
Αντί για ηλεκτρικό κουδούνι στην εξώπορτα, είχε ένα μικρό ρόπτρο που έμοιαζε με παλιό οικόσημο.
Ήταν ένα μικρό και αρμονικό ρόπτρο, ισομετρικό. Είχε σκαλισμένους αριθμούς στα λατινικά.
Η πόρτα ήταν από παλαιωμένο καφέ ξύλο που της ταίριαζε γάντι το ρόπτρο.
Το πατάκι στα πόδια της πόρτας είχε το ίδιο οικόσημο τυπωμένο πάνω του. Διακριτικά στις τέσσερις γωνίες υπήρχαν τυπωμένοι οι ίδιοι λατινικοί αριθμοί.
Στο κουδούνι αντί για τ' όνομα της ιδιοκτήτριας έγραφε:
"Να θυμάσαι το δρόμο που σ' έφερε σε τούτο το κατώφλι, αυτόν ανάποδα ν' ακολουθήσεις όταν θα φύγεις"......"


Μαρία Φουσταλιεράκη 10-11-2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...