Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Ιστορίες του Άγγελου, απόσπασμα (ανέκδοτο)


Όλο το σύμπαν ξύπνησε με παιχνιδιάρικη διάθεση σήμερα.
Σκέφτηκε να κάνει ζαβολιές όπως κάνουν οι καλικάντζαρους αυτή την εποχή.
Κοίταξε ανυπόμονα στη γη ψάχνοντας θύματα να σκανδαλίσει.

Ο Άγγελος εκείνη την ώρα βρισκόταν στο σπίτι του κι ετοιμαζόταν να φύγει.
Φόρεσε το μπουφάν του, πήρε το μαύρο σάκο στον ώμο, αφού βεβαιώθηκε πως είχε μαζί του όλα τα χρειαζούμενα και έδεσε επιδέξια τα κορδόνια των αθλητικών του.
Σκόπευε ν' αφήσει στο γραμματοκιβώτιό της το γράμμα που της έγραψε τα ξημερώματα.

Εκείνη αρνούνταν πεισματικά να τον δει και να του μιλήσει.
Δεν απαντούσε στα αλλεπάλληλα τηλεφωνήματά του.
Αναγκάστηκε να επιστρατεύσει γι’ άλλη μια φορά τις λέξεις.
Τις αγαπούσε από μικρή τις λέξεις και μόνο από περιέργεια πόνταρε πως δε θα το σκίσει αδιάβαστο.
Όσο εκείνος κατευθυνόταν προς εκείνη, το σύμπαν έψαξε να τη βρει.

Καθόταν στον καναπέ όμορφη και σκεπτική.
Μόλις είχε σβήσει κάποιες ξεχασμένες φωτογραφίες τους στη φωτογραφική της μηχανή, μα ήταν καλά.
Σηκώθηκε, έβαλε τα παπούτσια της, φαινόταν πως ετοιμαζόταν να φύγει κι αυτή.

Έπρεπε κάτι να γίνει και να την αργοπορήσει, για να συναντηθούν τυχαία και να αιφνιδιαστούν κι οι δυο.
Χτύπησε το τηλέφωνό της κατά βολική σύμπτωση, το απάντησε, μίλησε γι’ αρκετή ώρα, κλείδωσε την εξώπορτα και ξεκίνησε.

Η συνάντηση έγινε.
Για κείνον ήταν μια ευχάριστη έκπληξη.
Για κείνη μια κατάπληξη δυσάρεστη.
Μίλησαν τυπικά. Αντάλλαξαν μερικές κουβέντες μόνο, σα δυο γνωστοί που δε συμπαθιούνται και πολύ.
Της έδωσε το γράμμα με την παράκληση να το διαβάσει.

Του έδωσε τη χαριστική βολή.
Της είχε αποσπάσει, εν αγνοία της, κάτι αγαπημένο για να το πουλήσει.
Είχε ανακαλύψει τυχαία πως της έλειπε το προηγούμενο βράδυ.
Χρειαζόταν λεφτά για ν’ αγοράσει τη δόση του.
Αρνήθηκε έντονα την κατηγορία. Τον άκουσε αμίλητη. Του γύρισε την πλάτη κι έφυγε.

Το γράμμα βρισκόταν στην εσωτερική τσέπη του μπουφάν της καθώς απομακρυνόταν βιαστικά.
Παζάρεψε για μερικά λεπτά με τον εαυτό να το πετάξει αδιάβαστο ή να το διαβάσει και μετά να το πετάξει.

Το διάβασε για να ξεμπερδεύει οριστικά μαζί του.

Δεν έλεγε κάτι που δεν είχε ξανακούσει.
Χιλιάδες ερωτόλογα, υποσχέσεις και όρκους που είχε ακούσει απ' το στόμα του και όταν ήταν μαζί.

Δεν είχε κάτι καινούριο να της πει.
Μια τελευταία ευκαιρία της ζητούσε για ν' αλλάξει.

Ένιωσε το στομάχι της ν' ανακατεύεται.
Η χρήση τον έκανε να βεβηλώνει λέξεις που για κείνη σήμαιναν πολλά.
Της είχε κάνει μεγάλο κακό.

Όχι επειδή κόντεψε να πεθάνει στα χέρια της μια φορά.

Όχι επειδή είχε βάλει χέρι στο πορτοφόλι της πολλές φορές.

Όχι επειδή δε σεβόταν και δεν εκτιμούσε τίποτα και κανέναν.

Επειδή λέξεις που αγαπούσε εκείνη ως τώρα, την έκανε να τις σιχαθεί.

Αυτό δε θα του το συγχωρούσε ποτέ.

Άγγιξε με βρώμικα χέρια λέξεις που εκείνη δεν τολμούσε να τις κοιτάξει κατάματα από ταπεινότητα και ρίγος.
Η αναγούλα ανέβηκε απ' το στομάχι στο στόμα.

Διακριτικά, εκεί μπροστά στους περαστικούς, ξέρασε με αηδία όλες τις λέξεις που διάβασε.
Έβγαλε ένα μεταξωτό μαντήλι και σκούπισε τα χείλη της.
Ήπιε μια γουλιά νερό, ανανέωσε το κραγιόν της, φόρεσε γυαλιά ηλίου και σήκωσε το χέρι στο διερχόμενο ταξί.

Εκείνος περίμενε το λεωφορείο.

Εισιτήριο δεν είχε, πάλι θα ρίσκαρε να μπει μέσα ελεγκτής.
Δεν τον πολυένοιαζε όμως.
Το μυαλό του είχε κολλήσει άσχημα απ' τα ξημερώματα.

Έπρεπε να πάει να γίνει, σύντομα. Ίδρωνε, πονούσε κι έπρεπε να βιαστεί.
Έπρεπε να μοιάζει άνθρωπος έστω και για λίγες ώρες.
Είχε ραντεβού τ’ απόγευμα με μια καινούρια.
Έπρεπε να είναι περισσότερο σοβαρός, απρόβλεπτος και λυπημένος αυτή τη φορά.

Οι γυναίκες λυπούνται και άμα λυπούνται γίνονται ευάλωτες και βοηθούν.

Ευτυχώς ήταν πολύ νέος ακόμα.
Είχε όλη τη ζωή μπροστά του αν συνέχιζε με μέτρο τη χρήση.

Με μέτρο το ψέμα.

Με μέτρο και τον έρωτα που πουλούσε.

Δε θέλει υπερβολές η ζωή. Μέτρο θέλει.

Στο επόμενο φανάρι το ταξί και το λεωφορείο βρέθηκαν δίπλα - δίπλα.

Εκείνος την κοίταξε και κάτι σφίχτηκε μέσα του που την έχανε. Περνούσε καλά μαζί της, ίσως να μην είχε περάσει καλύτερα με καμία άλλη. Ποτέ.

Εκείνη δεν τον είδε. Κι αν τον έβλεπε δε θα τον αναγνώριζε.

Τον διέγραψε οριστικά απ' το μυαλό της την ώρα που έσκιζε το ερωτικό του γράμμα, γραμμένο έξυπνα με κόκκινο στυλό.

Το σύμπαν κοιτούσε όλη την ώρα τη σκηνή.

Του φάνηκε κινηματογραφική και χειροκρότησε με χαρά.

Γύρισε την πλάτη κι άρχισε να ψάχνει για τα επόμενα θύματα.

Ήταν ακόμα πρωί και έπληττε θανάσιμα.



Μαρία Φουσταλιεράκη 17-12-2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...