Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

ΞΕΝΙΤΙΑ


Θα μάθω, όλα θα τα μάθω, μη με φοβάσαι εμένα, είμαι σκληρό καρύδι. Εσύ κοίτα μόνο να μη στεναχωριέσαι, μ' ακούς; Τον καημό της ξενιτιάς θα τον συνηθίσω.
Εσένα λυπημένη δεν αντέχω πια να βλέπω.
Δεν την άφησε να 'ρθει στο λιμάνι να τον αποχαιρετίσει, ούτε και τις αδερφές του. Ήθελε αδάκρυτες να τις θυμάται.

Στο βάθος της βαλίτσας κουβαλούσε το εικόνισμα που τον όρκισε η μάνα να πάρει μαζί του. Του το 'δωσε την ώρα που του 'δινε την ευχή της. Μεγάλο χρέος κουβαλούσε στις πλάτες το αμούστακο. Ασήκωτη έγινε κι η βαλίτσα στα τρυφερά χέρια. Το χρέος ήταν βαρύ.
Οι αδερφές σε ηλικία γάμου και η μάνα χήρα. Φοβόταν μήπως δεν τα καταφέρει, μα δεν το 'λεγε σε κανέναν.
Μόνο αυτόν είχαν για προστάτη τους, κι ας ήταν, δεν ήταν καλά - καλά είκοσι χρονών.

Τα πρώτα λεφτά που έπιασε στα ξένα , τα 'στειλε όλα στην πατρίδα. Για να φτιάξουν ένα αξιοπρεπή τάφο στον πατέρα.
Την επόμενη χρονιά με τα λεφτά που έστειλε, παντρεύτηκε η μεγάλη αδερφή. Του 'στειλαν φωτογραφίες να την καμαρώσει. Η μικρή αδερφή έμεινε κοντά στη μάνα, μάθαινε μοδίστρα εκείνη την εποχή.

Κάθε χρόνο έστελνε λεφτά στη μάνα. Κάθε χρόνο υποσχόταν στον εαυτό του να πάει να τη δει, μα κάθε χρόνο μια ανάγκη τους ήταν πιο σημαντική απ' την παρουσία του.

Πέρασε μισό αιώνα στην ξενιτιά, τη συνήθισε αναγκαστικά. Μεγάλωσε, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, απάλυναν τον καημός του.

Αργότερα πάντρεψε και τη μικρή αδερφή, την προίκισε πλουσιότερα απ' ότι τη μεγάλη, είχαν ανοίξει οι δουλειές του για τα καλά.
Ο καημός της μάνας αβάσταχτος, της έλειπε πολύ. Ήθελε να δει το γιο της πριν κλείσει τα μάτια.

Το τηλεγράφημα το έλεγε ξεκάθαρα. Έπρεπε να έρθει επειγόντως, η υγεία της είχε επιδεινωθεί, δύσκολα θα έβγαζε και φέτος τη χρονιά. Το αποφάσισε. Άφησε στο πόδι του το μεγάλο γιο που είχε μάθει καλά τη δουλειά. Από μικρό τον έπαιρνε μαζί του όταν τέλειωνε τα διαβάσματα του σχολείου.

Η γυναίκα του θα τον ακολουθούσε στην Ελλάδα αν της το ζητούσε, μα δεν της το ζήτησε. Ήταν ξένη, δε θα καταλάβαινε, όσο κι αν της το εξηγούσε στη γλώσσα της, το χρέος που είχε ο γιος απέναντι στη μάνα. Το χρέος απέναντι σ' εκείνη που του έδωσε ζωή.
Ταξίδεψε με αεροπλάνο, κουβαλούσε τρεις βαλίτσες για αποσκευές. Έφερνε δώρα για όλους και κυρίως για τα ανίψια που μόνο στις φωτογραφίες είχε δει. Ανυπομονούσε να τα γνωρίσει. Όλους ανυπομονούσε να τους σφίξει στην αγκαλιά του.

Χαμογέλασε στη σκέψη πως σύσσωμη η οικογένεια τον περίμενε στο αεροδρόμιο. Έβαλε τη μάσκα του ύπνου και τεντώθηκε στο αναπαυτικό κάθισμα της πρώτης θέσης.

Στα πόδια βόλεψε τη μικρή χειραποσκευή που είχε μαζί του.

Πάνω - πάνω είχε βάλει τον πανάκριβο φορητό υπολογιστή που χρειαζόταν για να παρακολουθεί τις επιχειρήσεις του.

Στον πάτο είχε βάλει την εικόνα της Παναγίας που του είχε δώσει η μάνα να τον φυλάει στα ξένα. Την είχε τυλίξει με καθαρά πανιά να μη λερωθεί. Ήταν ένας καλός γιος.


Μαρία Φουσταλιεράκη 17-7-2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...