Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ

                                                     Iwona Lifsches

Ο θάνατος είναι μια ιδέα, μια γενικότητα, μια θεωρία που τη μελετά η φιλοσοφία και οι θρησκείες του ανθρώπου. Ο θάνατος είναι το πλέον βέβαιο, καθολικό και αφηρημένο γεγονός.
Ώσπου να γίνει ειδικό και να αφορά κάποιον πολύ προσωπικά.
Όταν έχασε τον πατέρα του ήταν νέος, πολύ νέος για να έχει ξαναδεί από κοντά πεθαμένο άνθρωπο. Όταν συνέβη επιστράτευσε όλη τη λογική της νιότης και όλη τη σκληρότητα της γνώσης για ν' αντιμετωπίσει αυτό το φρικτό ξάφνιασμα γιατί ήταν ξαφνικός ο θάνατος του πατέρα του.
Δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένος πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί.
Τον είχε δει πριν λίγους μήνες. Ήταν μια χαρά, χαρούμενος, νέος, ακμαίος, χωρίς σοβαρά προβλήματα υγείας.
Αργότερα, πολύ αργότερα -γιατί τον πρώτο καιρό δεν μιλούσε γι' αυτό το θέμα - μου εκμυστηρεύτηκε πως δυο πράγματα θα θυμόταν από το θάνατο του πατέρα του.
Πως λιποθύμησε μόλις τον αντίκρισε μέσα στην κάσα και τα φρόνιμα δεμένα χέρια του στο στήθος.
Όλη τη νύχτα στην αγρύπνια, τον κοιτούσε στα χέρια και του μιλούσε από μέσα του.
Του έλεγε να σηκωθεί και πως η πλάκα τελείωσε τώρα. Πως το κακόγουστο αστείο δεν ήταν πλέον αστείο και πως αυτή η κακόγουστη φάρσα παραπήγε και πως έπρεπε να σηκωθεί επιτέλους από το φέρετρο και να τους ζητήσει συγνώμη που τους κοψοχόλιασε.
Όλη τη νύχτα, μπροστά στις καρέκλες του σαλονιού -εκεί είχαν τοποθετήσει το φέρετρο οι φίλοι του- το νέο αγόρι έκλαιγε από έξω του ενώ από μέσα του τον παρακαλούσε να σηκωθεί. Μα ο πατέρας δεν τον άκουγε και δεν σάλευε καθόλου, δεν κούνησε τα φρόνιμα δεμένα χέρια από το στήθος του ούτε χιλιοστό και ο νεαρός θύμωνε. Όσο η ώρα προχωρούσε, τόσο περισσότερο θύμωνε ο γιος. Με όλους θύμωνε και δεν ήξερε με ποιόν να τα πρωτοβάλει για να ξεσπάσει και να φύγει η ταφόπλακα που είχε κάτσει βαριά στο στήθος του.
Όταν τα ξημερώματα ήρθε ο παπάς για να κοινωνήσει τους στενούς συγγενείς, εκείνος αρνήθηκε να μεταλάβει. Ήταν πολύ θυμωμένος με το Θεό που επέτρεψε αυτή την αδικία. Ήταν θυμωμένος και με τον πατέρα του που τον άφησε ορφανό.
Ο παπάς δεν επέμεινε. Συμφωνούσε με τον νέο. Κι εκείνος θύμωνε με το Θεό όταν έπαιρνε νέους ανθρώπους.
Είχε εκπαιδευτεί όμως να μην το δείχνει.

Μαρία Φουσταλιεράκη 11-6-2018

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πείτε μας τη γνώμη σας...