Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

ΈΝΑ ΨΕΜΑ ΑΜΑ ΤΟ ΑΝΤΙΚΡΙΖΕΙΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ, ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟ ΠΕΡΝΑΣ ΓΙ’ ΑΛΗΘΙΝΟ


Θα φύγεις και συ; ρώτησα μ’ αγωνία μέσα στο όνειρο την άγνωστη αγκαλιά. Εκείνη αποκρίθηκε, θα δεις! με μια χροιά υπόσχεσης μα και σιγουριάς.
Ξύπνησα μπερδεμένη, με την άγνωστη ανδρική φωνή έντονη ακόμα μέσα στο κεφάλι μου.
Μοναξιά και εγκατάλειψη φώλιασε στα ζεστά σκεπάσματά μου μόλις κατάλαβα πως βρισκόμουν μόνη. Στο διπλό κρεβάτι.
Συνομωσίες, αποκαλύψεις και ψευτιές αναδύθηκαν αυτόματα απ’ την πρόσφατη μνήμη μου. Γαντζωμένες ζούσαν βαθιά στο κορμί μου. Με προκαλούσαν να τις θυμάμαι για να με πονούν. Παλιά το κατάφερναν. Όχι σήμερα.
Χώρισα οριστικά απ’ αυτές, με γυμνά χέρια τις στραγγάλισα, τις έθαψα και τις τίμησα όπως τους άξιζε. Για μνημόσυνο επέλεξα ένα δρόμο ταιριαστό στην ψυχή μου για να τον περπατήσω, ολομόναχη μα λεύτερη, μακριά απ’ τον άπιστο που είχα κεραυνοβόλα ερωτευτεί και παντρευτεί.
Μάζεψα ένα – ένα τα κομμάτια μου μαζί με τα προσωπικά μου αντικείμενα, φόρεσα κατάστηθα ένα χαμόγελο παλιό, αληθινό και χωρίς ξένες αποσκευές να με βαραίνουν προχώρησα.
Μόλις έκλεισα την πόρτα πίσω μου ντράπηκα για τη μοναξιά μου που ήταν γυμνή απ’ τα δεσμά του γάμου. Προσπάθησα να καλύψω πρόχειρα τη γύμνια της, μα έπειτα θυμήθηκα πως η αλήθεια προκαλεί λιγότερο από τα ψέματα και αναθεώρησα.
Δύσκολα συνηθίζεις την ερημιά της εγκατάλειψης αν και θα’ πρεπε, του’ λεγα του άγνωστου άνδρα στον ύπνο μου.
Εγώ την ερημιά την ήξερα καλά. Ξεκίνησε όταν μια φιλόξενη μήτρα μ’ έφτυσε βίαια σ’ ένα κόσμο κρύο και σκοτεινό.
Ο φαλλός του πατέρα αφού επετέλεσε το θεάρεστο δημιούργημα, απόκαμε κουρασμένος σε μια γωνιά και ξεκουραζόταν για όλα τα επόμενα χρόνια.
Και γω για να τους τιμωρήσω και τους δυο για την αγάπη που δεν ένιωθα, αρνήθηκα να τους κάνω το χατίρι και να περπατήσω όταν έπρεπε, όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας μου. Φόρτωμα ήθελα να τους γίνω σε παραπανίσιες αγκαλιές μήπως πάρω τα χάδια που δε μου έδιναν με την καρδιά τους.
Μεγαλώνοντας συνέχισα να τους τιμωρώ όλους γύρω μου. Μια ολόκληρη ζωή τιμωρούσα και πονούσα, χωρίς ν’ αντιλαμβάνομαι καν τον πραγματικό λόγο.
Δεύτερη φύση μου’ γινε η εγκατάλειψη. Να εγκαταλείπω πριν προλάβουν να μ’ εγκαταλείψουν. Αυτό ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να μου συμβεί. Γι’ αυτό εγκατέλειπα πρώτη. Ο προγραμματισμένος πόνος σε μικρές δόσεις ήταν ηπιότερος. Αυτόν τον άντεχα.
Η αιφνιδιαστική φυγή προλαβαίνει και καλύπτει αναίμακτα τα νώτα της ενώ προετοιμάζει με ηρεμία τα επόμενα βήματά της.
Τα βήματα που οδηγούν στο τέλος της ζωής. Ένα βήμα πιο κοντά στο θάνατο κάθε μέρα. Αυτό είναι ουσιαστικά η εγκατάλειψη. Ακόμα κι αν δεν το κάνουμε συνειδητά, απ’ την ώρα της γέννησης, προπονούμαστε σκληρά απλά για να τον συνηθίσουμε.
Αναστάτωση μεγάλη μου έφεραν αυτές οι πρωινές σκέψεις και κακοκεφιά. Ένιωθα σαν να είμαι ήδη γριά. Στο λυκόφως της ζωής μου ενώ ζούσα ακόμα τη δεύτερη νεότητα, την καλύτερη ηλικία για μια γυναίκα.
Πλένω το πρόσωπό μου για να συνέλθω και κοιτάζω το είδωλό μου στον καθρέφτη προσεκτικά. Δε βλέπω καμία αλλαγή από χθες το βράδυ. Είμαι ακόμα νέα, όμορφη και ποθητή. Όνειρο ήταν, ησύχασε, παροτρύνω μητρικά το είδωλο.
Ο γάτος νιαουρίζει νυσταγμένα, μπερδεύτηκε που με είδε να σηκώνομαι πριν απ’ αυτόν. Ξύπνησε και ζητάει φαγητό, πρωινές αγκαλιές και χάδια. Μηχανικά του έδωσα μόνο να φάει. Πού να του εξηγώ πως δεν είναι ώρα ακόμα για το πρωινό του. Το ρολόι έδειχνε 5 το πρωί.
Φτιάχνω καφέ και μονολογώ δυνατά.
Κάνε εικόνες τον εφιάλτη για να τον ξορκίσεις. Με κοφτερές λάμες ξέσκισε το αδύναμο κορμί που τον θυμάται.
Κέντησε ψεύτικους ήλιους γύρω απ’ το κεφάλι σου και στάσου ευθυτενής μπροστά στην καινούργια μέρα με τα μάτια ανοιχτά.
Ένα ψέμα άμα το αντικρίζεις καθημερινά, στο τέλος το περνάς γι’ αληθινό.
Όσο για την εγκατάλειψη, σκέφτηκα να την κολλήσω τσιρότο στους ανάξιους. Απ’ την ξένη σάρκα βγαίνει εύκολα και δεν μας πονάει καθόλου. Στο δικό μας τραύμα πονάει πάντα λίγο περισσότερο.


Μαρία Φουσταλιεράκη 1-6-2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...