Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΠΟΥ ΕΧΑΣΕ ΤΗ ΜΙΛΙΑ ΤΟΥ


Το διαμέρισμα δόθηκε σε μεσιτικό γραφείο για να πουληθεί. Οι νέοι ιδιοκτήτες το είδαν από φωτογραφίες και τους άρεσε. Ανέθεσαν όλη τη διαδικασία σε δικηγόρο και επιπλέον ζήτησαν να ανακατασκευαστεί, να επιδιορθωθεί, να βαφεί και να καθαριστεί επιμελώς μέχρι να επιστρέψουν μόνιμα στην Ελλάδα. Οικονομική ευχέρεια υπήρχε και δεν τσιγκουνεύονταν σε τίποτα. Ο διαχειριστής της πολυκατοικίας, που είχε τα κλειδιά απ' τους προηγούμενους ενοίκους, ανέλαβε επί ικανοποιητική αμοιβή φυσικά, ν' ασχοληθεί με την ανακαίνιση του διαμερίσματος του ρετιρέ που καταλάμβανε ολόκληρο τον τελευταίο όροφο.

Τα έπιπλα της οικογένειας θα ερχόταν νωρίτερα, με μεταφορική, και έπρεπε όλα να βρίσκονται στη θέση τους έτοιμα να τους περιμένουν. Ο διαχειριστής δεν ήξερε σχεδόν τίποτα περισσότερο για τους νέους ενοίκους πέρα από τα τυπικά. Κάτι μισόλογα εισέπραξε από το δικηγόρο, όταν από περιέργεια ρώτησε, πως πρόκειται για μια κάπως ιδιόρρυθμη και ευκατάστατη οικογένεια, που απέκτησε περιουσία από το εμπόριο πολύτιμων λίθων στην Αφρική και πως αποφάσισαν να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα έπειτα από τον τραγικό χαμό του μικρού και μοναδικού παιδιού τους.

Τα μαστόρια είχαν τελειώσει με τις επισκευές και τα μερεμέτια και ο μπογιατζής είχε βάψει όλο το διαμέρισμα με το δεύτερο χέρι. Αύριο - μεθαύριο έπρεπε οπωσδήποτε να ξεκινήσει το καθάρισμα γιατί σε μια βδομάδα περίπου περίμεναν τα έπιπλα και τα υπάρχοντα της οικογένειας.
Στην πολυκατοικία, οι ένοικοι είχαν ενοχληθεί έντονα από το θόρυβο και την πολυήμερη αναστάτωση λόγω των εργασιών. Το είχαν ξηλώσει στην κυριολεξία και το είχαν μετατρέψει σε γιαπί.

Δυο μέρες μετά που ξεκίνησε η ανακαίνιση και αφού τα συνεργεία εργάζονταν σχεδόν νυχθημερόν, παραπονέθηκαν έντονα στο διαχειριστή κι εκείνος μετέφερε τα δικαιολογημένα παράπονα του κόσμου, όπως είπε, στο δικηγόρο.

Ο δικηγόρος ήταν άψογος επαγγελματίας και βρήκε αμέσως την ιδανική λύση στο πρόβλημα που προέκυψε. Η οικογένεια του είχε καταστήσει σαφές πως ήθελε να ‘χει τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με όσους ζούσαν στην πολυκατοικία και δεν την απασχολούσε πόσο θα της κόστιζε να έχει ομαλή γειτνίαση.
Για την αναστάτωση που προκλήθηκε, ο δικηγόρος έκανε μια δωρεά, τόσο γενναιόδωρη, ώστε αντικαταστάθηκε το ασανσέρ που είχε παλιώσει, βάφτηκε μέσα κι έξω ολόκληρη η πολυκατοικία, στον κήπο, που ξηλώθηκε και φτιάχτηκε απ' την αρχή, τοποθετήθηκε παιδική χαρά και μικρή πισίνα, και επιπλέον κοινόχρηστη,  πλήρως εξοπλισμένη ψησταριά και πέτρινα τραπέζια και καθίσματα. Αυτό που τους χαροποίησε όμως περισσότερο απ’ όλα ήταν το ενιαίο σκέπαστρο που κατασκευάστηκε στο πάρκινγκ για να προφυλάσσονται τα αυτοκίνητα από όλες τις καιρικές συνθήκες.

Οι ένοικοι ευχαριστήθηκαν και δεν παραπονέθηκαν ξανά. Τα παράπονα όμως έδωσαν τη θέση τους στην περιέργεια και το αυξημένο κουτσομπολιό. Περίμεναν με αγωνία να έρθουν τα έπιπλα της οικογένειας για να τα δουν και μετά να καταφθάσει και η ίδια η οικογένεια.
Στην έκτακτη γενική συνέλευση που έγινε ειδικά για τα ζητήματα του ρετιρέ, όλοι συμφώνησαν, το διαμέρισμα να καθαριστεί από την κυρα - Θοδώρα, μια νεότατη χήρα γυναίκα, με ένα παιδάκι, άρρωστο.

Η κυρα-Θοδώρα ήταν μακρινή συγγενής της γυναίκας του διαχειριστή και είχε αναλάβει να καθαρίζει την πολυκατοικία εδώ και ένα χρόνο περίπου. Ήταν ευγενική, καθαρή, τακτική, αξιοπρεπής και πάντα έφερνε μαζί το παιδί στη δουλειά, δεν είχε κανέναν άλλο εκτός από κείνη στον κόσμο για να  το φροντίσει.
Πολλοί από τους ενοίκους, εκτιμώντας τη σοβαρότητα και τη δουλειά της, της είχαν δώσει μεροκάματο να καθαρίζει τα σπίτια τους.
Δεν το μετάνιωσαν. Τα σπίτια τους έλαμπαν από νοικοκυροσύνη και το αγοράκι της ποτέ δεν έκανε θόρυβο ή ζημιά. Δεν τους δημιούργησε το παραμικρό πρόβλημα ως τώρα.
Όση ώρα η μαμά του καθάριζε, συγύριζε και μαγείρευε στα ξένα σπίτια, εκείνο καθόταν ήσυχο σε μια γωνιά στο πάτωμα και έπαιζε με τ' αυτοκινητάκια του. Με μια φέτα ψωμί με μαρμελάδα ή μια μπανάνα στο ένα χέρι και στο άλλο τ' αυτοκινητάκια του, έπαιζε ήσυχα. Ήταν ένα πολύ καλόβολο εξάχρονο αγοράκι.
Ήταν πολύ ήσυχο για την ηλικία του και είχε ένα βλέμμα σοβαρό, σα μεγάλου ανθρώπου.

Το καημένο, είχε χάσει τη μιλιά του από όταν πέθανε ο πατέρας του. Οι γιατροί που το παρακολούθησαν αμέσως μετά την κηδεία, είπαν πως είναι ψυχολογικό, από το σοκ που υπέστη και συνέστησαν αγάπη και υπομονή στη μάνα.
Με τον καιρό θα το ξεπερνούσε και θα άρχιζε πάλι να μιλάει, της είχαν πει. Δεν είχε κάτι παθολογικό για να γιατρευτεί.

Όταν συνέβη το τραγικό περιστατικό, η κυρα - Θοδώρα βρισκόταν στη δουλειά και ο πατέρας του έσβησε την ώρα που έπαιζε μαζί του με τ' αυτοκινητάκια. Το παιδί ήταν τότε 3 χρόνων και ολότελα ανήμπορο να καλέσει σε βοήθεια. Οι περισσότεροι, είπαν πως δεν κατάλαβε καν τι συνέβη, αλλά έκαναν λάθος.
Κατάλαβε και παρακατάλαβε ο Γιαννάκης τι συνέβη.
Ο μπαμπάς του κοιμήθηκε εκεί στο χαλί που έπαιζαν γιατί κουράστηκε. Τα ξημερώματα είχε γυρίσει απ’ τη δουλειά, ήταν νυχτοφύλακας.
Μόλις ο μπαμπάς του έγειρε να κοιμηθεί, αυτό έμεινε ξαπλωμένο και ήσυχο δίπλα του, με ένα αυτοκινητάκι στο χέρι. Είχε μάλιστα σκεπάσει το πτώμα για να μην κρυώνει, με την κουβερτούλα που έφερε απ' το δωμάτιό του.
Αργά το απόγευμα που επέστρεψε η μαμά του αποκαμωμένη απ’ την κούραση, βρήκε τον πατέρα άκαμπτο και χλωμό και το παιδί ήσυχο, μα κατουρημένο και κλαμένο.
(συνεχίζεται....)


Μαρία Φουσταλιεράκη 8-8-2-17

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...