Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Ο ΤΑΚΗΣ ΜΟΥ


Το ημερολόγιο λέει πως είναι Αύγουστος, ποιας χρονιάς, καμία σημασία δεν έχει, αφού όλες οι χρονιές είναι ίδιες για μένα.
Ξύπνησα πριν το ξυπνητήρι, το βάζω ακόμα και τις Κυριακές, δε μ' αρέσει ν' αφήνω τη ζωή μου στην τύχη.
Κανονικά, ανοίγω τα μάτια μου πέντε λεπτά πριν αρχίσει το ρολόι να ξυπνά την οικογένειά μου, συνήθεια που την απέκτησα όταν ήταν ακόμα μωρά τα παιδιά μου, όμως σήμερα, η αφόρητη ζέστη μ' έκανε να σηκωθώ πριν καλά - καλά ξημερώσει.
Σηκώθηκα έχοντας την αίσθηση πως δεν καλοκοιμήθηκα. Όλη νύχτα στριφογύριζα από την άπνοια και τα αγχωτικά όνειρα.

Έφτιαξα δυνατό καφέ και βγήκα στο μπαλκόνι. Πότισα το βασιλικό απ' το νερό που προόριζα να πιω και βολεύτηκα στην ψάθινη πολυθρόνα.
Διψούσα, αλλά προτίμησα ο βασιλικός να πιεί το νερό μου αντί για μένα, τακτική που εφαρμόζω γενικότερα στη ζωή μου. Πρώτα οι άλλοι και μετά εγώ.
Ήπια την πρώτη γουλιά καφέ, άναψα τσιγάρο και παρατηρούσα τον ουρανό. Άρχιζε να ξημερώνει. Ήταν ακόμα νωρίς, θ 'αργούσαν να ξυπνήσουν τα παιδιά.
Σπάνια είχα τόσο πολύ ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή μου.
Μονάχα τα βράδια που έπεφτα για ύπνο τελευταία, θεωρητικά μπορούσα να κάνω κάτι για μένα. Πολλές φορές καθόμουν να δω μια ταινία στην τηλεόραση ή διάλεγα ένα καλό βιβλίο για να διαβάσω.
Την ταινία την έβλεπα το πολύ μέχρι τη μέση κι απ' το βιβλίο διάβαζα με το ζόρι ένα κεφάλαιο. Η κούραση πάντα νικούσε τις επιθυμίες μου.

Είχα συμβιβαστεί όμως. Δεν παραπονιόμουν. Η ζωή είχε σταθεί επιεικής μαζί μου σε σχέση με άλλες γυναίκες, που άκουγα πόσο απελπισμένες ένιωθαν.
Εγώ δεν ήμουν ευτυχισμένη, αλλά δεν ήμουν ούτε και δυστυχισμένη.
Ήπια τον καφέ μου μηχανικά και ούτε κατάλαβα πότε κάπνισα τρία τσιγάρα. Όταν σκέφτεσαι, σπάνια απολαμβάνεις αυτό που κάνεις εκείνη την ώρα. Το σώμα μπαίνει στον αυτόματο πιλότο και δε μπορεί τίποτα ν' απολαύσει.
Όπως στον έρωτα. Ακόμα και κείνη την ώρα, συνήθως σκέφτομαι τις υποχρεώσεις τις επόμενης μέρας ή κάποια σημαντική δουλειά που δεν πρέπει να ξεχάσω.

Τον αγαπάω τον Τάκη μου και παλιά μου άρεσε πολύ όταν κάναμε έρωτα. Παλιά, πριν έρθουν τόσες πολλές υποχρεώσεις και παιδιά στη ζωή μας.
Ποτέ δε του το' χω πει.. Φοβάμαι μη νιώσει πως τον απορρίπτω σαν εραστή. Είναι το τελευταίο που του χρειάζεται αυτή τη στιγμή. Είναι τόσο αγχωμένος με τη δουλειά. Το μαγαζί δεν πάει καλά και το κρατάει ανοιχτό με νύχια και με δόντια εδώ και δύο χρόνια. Άσε που έρχεται πτώμα στην κούραση κάθε βράδυ.
Από τότε που αναγκάστηκε να μειώσει το προσωπικό, είναι περισσότερο υπάλληλος παρά αφεντικό.
Ο Τάκης μου ποτέ δε συζητάει τα προβλήματα της δουλειάς. Δεν του αρέσει να τα φέρνει στο σπίτι μας, αλλά βλέπω τη διάθεσή του και καταλαβαίνω.
Βλέπω τις στοίβες με τους απλήρωτους λογαριασμούς και τις τραπεζικές επιστολές πάνω στο γραφείο του και καταλαβαίνω. Δε ρωτάω όμως. Μια δυο φορές που τον ρώτησα, μάζεψε τα χαρτιά βιαστικά, σαν μαθητή που τον έπιασαν να κάνει αταξία και μου είπε να μην ανησυχώ. Ήταν δική του δουλειά αυτή, εμένα η δική είναι να φροντίζω το σπίτι και τα παιδιά μας, είπε

Έτσι ήταν από πάντα ο Τάκης μου. Άξιος σύζυγος, καλός κουβαλητής και θαυμάσιος πατέρας. Γι' αυτό τον αγάπησα και τον σεβάστηκα όλο και περισσότερο όσο περνούσαν τα χρόνια.
Όταν γνωριστήκαμε τον ερωτεύτηκα παράφορα. Το ίδιο κι κείνος. Μέχρι ν' αρχίσουν τα οικονομικά προβλήματα προσπαθούσαμε να κρατάμε αναμμένη τη φλόγα του έρωτά μας και τα καταφέρναμε περίφημα με διάφορα τεχνάσματα.
Σήμερα, φοβάμαι πως η ερωτική μας φλόγα έχει σβήσει σχεδόν τελείως. Αναμενόμενο ήταν. Έτσι όπως ζούμε σήμερα στον αυτόματο πιλότο τις ζωές μας, πού να μείνει μυαλό για έρωτες και ρομάντζα.

Σηκώθηκα να κάνω και δεύτερο καφέ, δεν τον ευχαριστήθηκα πολύ τον πρώτο. Ο ήλιος καίει, θα λιώσουμε και σήμερα απ' τη ζέστη. Κατέβασα τις τέντες.
Τον καημένο τον Τάκη μου σκέφτομαι, που θα οδηγεί το φορτηγό. Έφυγε από χθες, πήγε στην επαρχία μια μεγάλη παραγγελία, για να γλυτώσει το μεροκάματο του οδηγού.
Τα περισσότερα δρομολόγια έτσι τα κανονίζει εδώ και καιρό. Ξεκινάει από Παρασκευή βράδυ για να είναι πίσω στο μαγαζί το αργότερο τη Δευτέρα, με το άνοιγμα.

Δεν περνάνε με τίποτα οι μέρες όταν λείπει. Ευτυχώς που ζω στον αυτόματο πιλότο και δε νιώθω πολλά.
Φροντίζω τα παιδιά, κάνω μηχανικά τις δουλειές και το βράδυ πέφτω ξερή για ύπνο απ' την κούραση.
Κάτι πρέπει να κάνουμε όμως με τον Τάκη μου για ν' αλλάξει αυτή η κατάσταση.
Είναι αμαρτία. Είμαστε ακόμα τόσο νέοι. Είναι άδικο να παραιτηθούμε απ' τη ζωή μας και να ζούμε μόνο για τις υποχρεώσεις μας.

Έσβησα θυμωμένη το τσιγάρο στο τασάκι. Δεν είναι αυτή η ζωή που ονειρευτήκαμε. Δεν είναι αυτή η ζωή που μας αξίζει. Δεν πάει άλλο. Θα μιλήσω στον Τάκη. Θα νευριάσει μαζί μου στην αρχή και θ' αρνηθεί, αλλά θα επιμείνω μέχρι να τον πείσω αυτή τη φορά.
Όταν κλείσει το μαγαζί, δε θα πάμε με τα παιδιά στο εξοχικό, όπως κάθε χρόνο.
Όχι. Θα στείλω τα παιδιά στη μητέρα μου και θα πάμε οι δυο μας διακοπές σε ένα όμορφο νησί.

Δέκα χρόνια το λέμε και πάντα το αναβάλουμε, πάντα οι υποχρεώσεις είναι πιο σημαντικές. Δε λέω πως δεν είναι, αλλά είναι σημαντικότερο να βρούμε ξανά τους εαυτούς μας.
Από τον τόσο αυτόματο πιλότο που βάλαμε στη ζωή μας, κοντεύουμε να γίνουμε ρομπότ.
Όχι. Θα πάμε διακοπές φέτος. Θα περπατάμε χέρι - χέρι στα σοκάκια, θα κάνουμε έρωτα κάθε βράδυ και θα ξενυχτάμε συζητώντας όπως κάναμε τα πρώτα χρόνια.

Δε θα μου φέρει αντίρρηση με τέτοια επιχειρήματα ο Τάκης μου. Κι αυτός έχει φτάσει στα όριά του. Να θυμηθώ να πάω ν' αγοράσω καινούρια μαύρα δαντελωτά εσώρουχα πριν γυρίσει. Θα ξετρελαθεί ο Τάκης μου μόλις τα δει.

Μαρία Φουσταλιεράκη 7-8-2-17

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...