Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΑΡΗ

                                           Cuore meccanico “ di Edgar Ramirez


Επέμενε πολύ. Ήθελε να ταξιδέψουν με τρένο. Είχε χρόνια να κάνει ένα ταξίδι. Ας ήταν και κοντινό, δεν την πείραζε, έτσι έλεγε. Πεθύμησε να βλέπει δέντρα, χωράφια και βουνά να περνάνε βιαστικά μπροστά απ' τα μάτια της.
Τον έπεισε κι ας είχε τις αμφιβολίες του εκείνος. Δεν ήταν πως δεν ήθελε να την ευχαριστήσει, κάθε άλλο. Σκοπό της ζωής του είχε κάνει τα τελευταία σαράντα χρόνια να την ευχαριστεί, να την φροντίζει και να την αγαπά. Κάθε μέρα. Με όποιο τρόπο μπορούσε.
Όμως σήμερα φοβόταν. Ο τρόπος που έλεγε "τελευταία χάρη" ήταν ανατριχιαστικός. Σαν να υπονοούσε πεθαμό μετά απ' αυτό το ταξίδι. Ήξερε πως η υγεία της δεν ήταν καλή. Ούτε η δική του ήταν καλύτερη μα πίστευε πως είχαν λίγα χρονάκια ζωής ακόμα.
Όταν ξεκίνησε η αμαξοστοιχία εκείνη έδειχνε αληθινά ευτυχισμένη. Είχε ακουμπισμένο το κεφάλι της στο τζάμι για να βλέπει καλά και χαμογελούσε γαλήνια. Δεν πήρε το βλέμμα της από το παράθυρο και δεν άλλαξε θέση σε όλη τη διαδρομή.
Δεν αντάλλαξαν κουβέντα από την ώρα που ανέβηκαν στο τρένο. Ήθελε να την αφήσει να χαρεί τη διαδρομή απερίσπαστη. Κάθισε στην απέναντι θέση και την παρακολουθούσε ικανοποιημένος.
Σύντομα το ρυθμικό κούνημα του βαγονιού τον νανούρισε και αποκοιμήθηκε βαθιά.
Όταν ξύπνησε, εκείνη ήταν ακόμα ακουμπισμένη στο παράθυρο, στην ίδια θέση, ακίνητη με κλειστά τα μάτια.
Οι πεθαμένοι άραγε κρυώνουν όταν κοιμούνται; αναρωτήθηκε και καλού κακού την σκέπασε με μια κουβέρτα που βρήκε στο ψηλό κρεβάτι του κουπέ.
Πριν κατέβει βιαστικά στον επόμενο σταθμό γύρισε και την κοίταξε για τελευταία φορά. Του ήταν αδύνατον να την αποχαιρετήσει έτσι.

Μαρία Φουσταλιεράκη 7-9-2018

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πείτε μας τη γνώμη σας...