Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ ΤΟ Σ' ΑΓΑΠΩ


Το σ’ αγαπώ καταργήθηκε απ' το λεξιλόγιο της Αγάπης εδώ και χρόνια.

Ένα βράδυ μια ερωτευμένη γυναίκα αυτοκτόνησε εξ αιτίας του.
Το πίστεψε όταν τ’ άκουσε απ’ τα ερωτευμένα χείλη του συντρόφου και από κείνη τη μέρα έκανε συνέχεια χαρούμενα όνειρα για δύο.

Όμως λίγο αργότερα, ο ερωτευμένος που ‘χε μάλλον μπερδευτεί, της παραδέχτηκε πως δεν ήξερε ακριβώς τι σήμαινε όταν της το έλεγε με πάθος.

Δεν ήθελε καθόλου να την παραπλανήσει ή να την πληγώσει, αλλά πιθανόν είχε μπερδευτεί κι αυτός και παρασύρθηκε από κάποιο παραπλήσιο συναίσθημα. Άνθρωπος ήταν βρε αδερφέ και έσφαλε.

Επίσης ποτέ δεν του δίδαξε κάποιος το αληθινό νόημα της αγάπης, άρα δε φταίει εντελώς.

Μετά το περιστατικό, Νόμος παγκόσμιος ψηφίστηκε.  Μαθεύτηκε σ’ όλο τον κόσμο η τραγική αυτοκτονία.

Αυτοκτονία από  ασιτία και άρνηση ν’ ακούσει την αλήθεια μέχρι τελευταίας πνοής. Κρίμα τη νέα γυναίκα, είπαν όλοι μα συνέχισαν να ζουν όπως και πρώτα.

Για ποινή, θεσπίστηκε η θανατική. Δημόσια κι ατιμωτική. Έπρεπε να τηρηθεί με αυστηρότητα ο νόμος για ν’ αποφθεχθούν άλλα περιστατικά παράλογης αυτοχειρίας από Έρωτα.

Τα παιδιά μάθαιναν από μικρά  την τραγική ιστορία, απ’ το νηπιαγωγείο μόλις και ξεκινούσαν να εφαρμόζουν το νόμο με μια αναλγησία υποδειγματική για την ηλικία τους.

Μετά την αυστηρή εφαρμογή του Νόμου οι ερωτευμένοι ενήλικες κοιτάζονταν πλέον στα μάτια χωρίς να τολμούν ν' ανοίξουν το στόμα.

Μιλιά δεν έβγαζαν, ούτε άχνα. Ούτε καν την ώρα που έκαναν έρωτα. Φοβόντουσαν πολύ μην παρασυρθούν απ’ το πάθος και ξεστομίσουν κατά λάθος την απαγορευμένη φράση.

Έτρεμαν μη χάσουν την πολύτιμη ζωή τους εξ αιτίας της.

Κι ο έρωτας έχασε την υπέροχη γεύση του, έτσι που 'γινε βουβός και σιωπηλός.

Μια θλίψη κουλουριαζόταν στο πάτωμα δίπλα στα τσαλακωμένα ρούχα.

Τα εσώρουχα των μεγαλύτερων σε ηλικία δάκρυζαν όταν αναπολούσαν την απαγορευμένη και ξεχασμένη από χρόνια ηδονή.

Από τη βιβλιογραφία, καθολικά διαγράφηκαν οι ερωτικές εξομολογήσεις και οι στίχοι που την επικαλούνταν χαρακτηρίστηκαν αιώνια ως καταραμένοι.

Ακόμα και οι πίνακες διάσημων ζωγράφων έμειναν στα αζήτητα. Από φόβο μήπως παρασυρόταν κάποιος εραστής της τέχνης και ξεστόμιζε πάνω στον ενθουσιασμό του φράσεις που θεωρούνταν πως καταπατούν το Νόμο.

Οι πόλεις και οι άνθρωποι έχασαν με τον καιρό τη λάμψη τους αφού ο ήλιος έπαψε να στέλνει ακτίνες αγάπης σ’ ένα κόσμο που την  είχε αποκηρύξει χυδαία και συνταγματικά.

Το φεγγάρι έπαψε στην πανσέληνο να ‘ναι θεαματικό. Περίμενε να ‘χει συννεφιά εκείνες τις μέρες για να βγει.

Από υποχρέωση γινόταν ολοστρόγγυλο μια φορά το μήνα κι όχι από ηδονική ανάγκη όπως παλιά.

Σήμερα, μονάχα κάποιοι τρελοί ιδεαλιστές λένε ακόμα σ’ αγαπώ. Σιγανά και ριγώντας.

Με τα μάτια πρώτα το ψιθυρίζουν κι έπειτα μ’ όλες τις αισθήσεις τους. Στα στρώματα των ταπεινών ξενοδοχείων που φιλοξενεί  για μερικές ώρες τον ασίγαστο πόθο.

Με κίνδυνο τη ζωή τους, που έτσι κι αλλιώς δεν έχει νόημα χωρίς τη γλύκα που αφήνει στα χείλη, λένε την τολμηρότερη φράση που ειπώθηκε ποτέ.

Μόλις την ξεστομίσουν, με τόλμη και τρέλα, ντύνονται αναρχικά στιχάκια και βγαίνουν στους δρόμους.

Πιασμένοι χέρι-χέρι, οι ερωτευμένοι αναρχικοί που είναι ταυτόχρονα τρελοί και ιδεαλιστές, τριγυρνάνε στις πλατείες μέχρι να ξημερώσει ο βαρετός κόσμος.

Γελώντας, μεθυσμένοι απ’ τον έρωτα που γεύτηκαν λίγο πριν, γράφουν με σπρέι κάτω απ' τ’ αξημέρωτα παγκάκια, κρυμμένα σ’ αγαπώ.
Με κεφαλαία γράμματα.


Μαρία Φουσταλιεράκη 5-8-2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...