Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

ΕΓΩ ΞΕΜΠΕΡΔΕΨΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ


Εγώ ξεμπέρδεψα μαζί σου. Πίσω δε γυρνάω. Πάντα οδηγούσες με το βλέμμα σ’ εμένα.
Χάναμε το δρόμο κι εγώ φοβόμουν, γιατί στον προορισμό μου έπρεπε πάση θυσία να φτάνω.
Μια φορά που με πήγες στη θάλασσα, τα μάτια σου μου μαρτύρησαν πως ήθελες να με πνίξεις.
Δε φοβήθηκα παρά μόνο σε ικέτευα να μου πεις την υπόθεση απ’ το βιβλίο που θα γράψεις μετά το μυστήριο πνιγμό μου.

Ποτέ δε θα ξεχάσω το χρώμα που είχε εκείνη η θάλασσα, σμαραγδί θαρρώ το λένε.
Όπως δε θα ξεχάσω ποτέ τα φιλιά του κατάξανθου μωρού που πήρα αγκαλιά όταν το βρήκα μόνο του στην κούνια, στο σπίτι που μας φιλοξένησαν να βγάλουμε εκείνη τη φοβερή νύχτα.
Πλησίαζε στο πρόσωπό μου, στο στόμα με φιλούσε πεταχτά και μετά μασούλαγε ευτυχισμένο. Τα χειλάκια του σα βεντούζα κολλούσαν στα δικά μου.
Αναρωτιόμουν ποιος μαθαίνει τέτοια νάζια σε μωρό, μα δεν το ρώτησα, δε μιλούσε ακόμα. Το στοματάκι του ήταν διαρκώς μπουκωμένο με φαγητό και φιλιά.

Εγώ ξεμπέρδεψα με σένα σου λέω. Πίσω δε γυρνάω.
Θυμάμαι που με παράτησες σύξυλη σ’ ένα άλλο ταξίδι μέσα στα χιόνια κι έτρεξες να βοηθήσεις κάποιον άγνωστο να σωθεί.
Έφυγες να κάνεις το χρέος σου είπες για να με τιμωρήσεις που δε σου έδινα σημασία.
Έφυγες χωρίς να ρίξεις μια ματιά πίσω σου, χωρίς να νοιαστείς αν ξέρω στα χιόνια να οδηγάω.
Το σημείωμα στο παρμπρίζ είδε πρώτος αυτός που μας έκλεισε το δρόμο. Μου το έδειξε και νευρίασα ακόμα περισσότερο μαζί σου.

Ο θυμός μου έδωσε την ενέργεια που χρειαζόμουν για να μην παγώσω εκεί στο κρύο.
Παράτησα τ’ αυτοκίνητο που ήταν ακινητοποιημένο έτσι κι αλλιώς και μπήκα σ’ ένα διερχόμενο που είχε μέσα επιβάτες.
Στο χωριό μου τους ζήτησα να πάω. Καιρός ήταν.
Να προλάβω να το δω ζωντανή. Να προλάβουν να μ’ αναγνωρίσουν πριν γεράσω.
Είναι όμορφο το χωριό μου αν πας χειμώνα, αλλά ομορφότερο είναι την άνοιξη γιατί εκεί εκτιμούν τους χειμώνες των ανθρώπων.
Εσύ για κανέναν δε νοιάστηκες ποτέ. Ούτε και εκτίμησες ποτέ σου άνθρωπο. Ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό.
Ξεμπέρδεψα μαζί σου, στο ξαναλέω. Δεν ξαναγυρίζω πίσω.


Πες πως πέθανα μέσα σ’ εκείνη τη θάλασσα με το σμαραγδί χρώμα.
Πες πως μόνη μου πνίγηκα και δεν περίμενα πότε θα με σπρώξεις.
Ποτέ δε θα έβρισκες τέτοιο θάρρος.
Πέθανα και ξαναγεννήθηκα μετά τον πνιγμό. Πέθανε αυτή που είχες ακουμπήσει.
Εμένα δε με έχει αγγίξει ποτέ κανείς. Ούτε εσύ θα με αγγίξεις.

Ξεμπέρδεψα οριστικά μαζί σου.
Το μίτο της Αριάδνης που έκρυψες για να με πνίξεις τον βρήκα στο κουτί με τις παλιές φωτογραφίες.
Τον ξετύλιγα όλη την Άνοιξη κι έπλεξα ζεστά ρούχα για το χειμώνα. Κανείς δεν αξίζει να ξεπαγιάζει στα χιόνια!

Μαρία Φουσταλιεράκη 24-1-2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...