Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

ΠΑΡΘΕΝΙΚΑ ΔΑΚΡΥΑ

Από καιρό με απασχολούσε η άκαμπτη εικόνα που είχα φτιάξει για να κοιτάζει τον κόσμο. Έπρεπε λιγάκι να τη λειάνω, ακόμα και σε μένα μετά από τόσα χρόνια, έμοιαζε σκληρή.

Ένα απόβραδο, έτσι στα ξαφνικά, απρόβλεπτη γεννήθηκα σε όλα, έβαλα στοίχημα για την εικόνα μου με τον εαυτό μου. Διπλό το όφελος και για τις δυο. Ν’ απομυθοποιήσω εγώ το είδωλό μου πριν προλάβουν να το κάνουν οι άλλοι.

Η εικόνα μου, σ' αντίθεση με μένα ήταν σκληρή, έως αναίσθητη θα τη χαρακτήριζε κάποιος, συχνά προκλητική και αυθάδης, περιστασιακά εριστική και πάντα σίγουρη για τον εαυτό της και για τον ερωτισμό της.

Εγώ ήμουν διαφορετική. Ευαίσθητη, ευσυγκίνητη και ρομαντική, μα το έκρυβα μ' επιμέλεια σα γνήσια ντίβα που ήμουν.

Αυτό ήταν το στοίχημα. Να δείξω πως έκρυβα ευαισθησία κατά βάθος και να επιτρέψω μία φορά στον εαυτό μου να κλάψει δημόσια. Όχι μόνο να δακρύζει περιστασιακά.

Δε θυμάμαι να έχω κλάψει ποτέ ούτε ιδιωτικά. Δε θυμάμαι όσο και να ψάχνω στις αναμνήσεις μου, δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά μου.

Ακόμα κι όταν πόνεσε η καρδιά μου μια φορά, τόσο που νόμιζα πως θα πεθάνω από τον πόνο, ούτε δάκρυ δε βγήκε από μέσα μου.

Μόνο πίκρα. Μα η πίκρα δεν είναι αρκετά υγρή για να γίνει δάκρυα.

Ξεκίνησα να πάω σ’ ένα πάρτι. Γινόταν προς τιμή μου.

Ζήτησα από τον οδηγό να μ' αφήσει μερικά τετράγωνα πιο πριν, ήθελα να προβάρω τελευταία φορά την εντυπωσιακή είσοδό μου.

Έβρεχε από νωρίς, περπατούσα προσεκτικά για να μη λερώσω τα όμορφα παπούτσια μου στις λακκούβες.

Έλεγα δυνατά τις ατάκες που είχα σκεφτεί και δοκίμαζα γκριμάτσες που θα ταίριαζαν με δάκρυ.

Δεν έκανε πολύ κρύο, μα η υγρασία, η προσμονή και η αγωνία μ' έκαναν να τρέμω και να θέλω να φτάσω μια ώρα αρχύτερα.

Την ώρα που με ασφάλεια διέσχιζα το δρόμο και αφού είχα προσεκτικά ελέγξει αν ερχόταν όχημα, ένα αυτοκίνητο που εμφανίστηκε από το πουθενά, μ' έλουσε πατόκορφα με λασπόνερα.

Συνέβη ξαφνικά και δεν πρόλαβα να προστατευτώ με την ομπρέλα μου.

Η περόνη απασφαλίστηκε μόνη της.

Το ξάφνιασμα, η σαστιμάρα, ο αιφνιδιασμός, η αηδία, ο θυμός έγιναν ένας παχύρευστος χυλός μέσα μου.

Βρεγμένη, ολομόναχη και ακίνητη στο πεζοδρόμιο άρχισα να κλαίω. Τα δάκρυα έτρεχαν χωρίς την άδειά μου, χωρίς να μπορώ να τα ελέγξω.

Το στοίχημα χάθηκε. Η εικόνα μου καταστράφηκε. Όταν το συνειδητοποίησα συνέχισα να κλαίω με λυγμούς.

Δεν έκλαιγα για το μακιγιάζ που καταστράφηκε.

Δεν έκλαιγα για τα ρούχα που λερώθηκαν.

Δεν έκλαιγα για τα μαλλιά που χάλασαν απ' την υγρασία.

Έκλαιγα για τα δάκρυα.

Παρθενικά και άδοξα χαραμίστηκαν χωρίς κανένα θεατή να τα χειροκροτήσει.


Μαρία Φουσταλιεράκη 17-1-2017

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Μίλα μου...